Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ (A)


π. Δημητρίου Μπόκου
Α΄.
Στὶς ἰ­δι­αί­τε­ρα λαμ­πρὲς ἑ­ορ­τὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἀ­νή­κει καὶ ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος, στὶς 6 Αὐ­γού­στου. Ὁ ἑορτασμός της ἀρχίζει μὲ προεισαγωγικοὺς ὕμνους (καταβασίες καὶ κοντάκιο) ἀπὸ τὶς 27 Ἰουλίου καὶ ἐκτείνεται μέχρι καὶ τὶς 13 Αὐγούστου (ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς). Εἶ­ναι ἑ­ορ­τὴ τοῦ Χρι­στοῦ, Δε­σπο­τι­κή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κατὰ τὴν κύρια ἡμέρα της (6 Αὐγούστου) ἐπιτρέπεται κατάλυση ἰχθύος, νὰ τρῶ­με δηλαδὴ ψά­ρια, ἂν καὶ βρι­σκό­μα­στε μέ­σα στὴν αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α τῆς Πα­να­γί­ας.
Πότε καὶ γιατί συνέβη;
Ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση συ­νέ­βη λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸ πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου, τὴ Σταύ­ρω­ση δη­λα­δὴ καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πρό­κει­το νὰ δο­κι­μα­σθεῖ σκλη­ρὰ ἡ πί­στη τῶν ἀ­πο­στό­λων καὶ νὰ ἐξανεμισθοῦν ἐντελῶς οἱ ἐλπίδες ποὺ εἶχαν στηρίξει πάνω στὸν δάσκαλό τους ὅ­ταν θὰ τὸν ἔ­βλε­παν νὰ πε­θαί­νει μὲ τὸν χει­ρό­τε­ρο τρό­πο, ὁ Χρι­στὸς θέ­λη­σε νὰ τοὺς στε­ρε­ώ­σει κα­λά, «πλη­ρο­φο­ρῶν αὐ­τοὺς» ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νο ὅ,τι φαι­νό­ταν, ἄν­θρω­πος δη­λα­δὴ ἁ­πλός, ἀλ­λὰ καὶ Θε­ὸς τέ­λει­ος, «Κύ­ριος καὶ Βα­σι­λεὺς τῶν αἰ­ώ­νων». Ὥ­στε οἱ μα­θη­τὲς βλέ­πον­τας «τὰ θαυ­μά­σιά του», νὰ μὴ δει­λιά­σουν ἐμπρὸς στὰ πα­θή­μα­τά του.
Πῶς ἔγινε;
Ἔ­τσι λοι­πὸν λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή του (σαράντα μέρες, κατὰ τὴν παράδοση), πα­ρα­λαμ­βά­νει ὁ Ἰ­η­σοῦς «τοὺς προ­κρί­τους τῶν μα­θη­τῶν», Πέ­τρο, Ἰ­ά­κω­βο καὶ Ἰ­ω­άν­νη, καὶ ἀνεβαίνει μαζί τους «εἰς ὄ­ρος ὑ­ψη­λόν», τὸ Θα­βώρ, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Καὶ ἐνῶ προσευχόταν, «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». Τὸ πρό­σω­πό του ἄλλαξε μορφή, ἔ­λαμ­ψε «ὡς ὁ ἥλιος» καὶ τὰ ἐν­δύ­μα­τά του ἔ­γι­ναν ἀστραφτερά, «λευ­κὰ λίαν ὡς χιὼν» καὶ «ὡς τὸ φῶς». Κανένας βαφέας πάνω στὴ γῆ δὲν θα μποροῦσε νὰ τὰ λευκάνει τόσο πολύ. Ταυ­τό­χρο­να, μέσα σὲ λαμπρὸ φῶς, ἐμ­φα­νί­στη­καν οἱ δύο θεόπτες προφῆτες Μω­υ­σῆς καὶ Ἠ­λί­ας καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν μα­ζί του, προ­λέ­γον­τας τὴν ἐπικείμενη ἔ­ξο­δό του ἀπὸ τὸν κόσμο, δη­λα­δὴ τὸν σταυ­ρι­κό του θά­να­το, τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀνάληψή του, ποὺ κατὰ τὰ λεγόμενα τῶν προφητῶν θὰ συνέβαιναν στὴν Ἱερουσαλήμ.
Οἱ τρεῖς μαθητές, κυριευμένοι ἀρχικὰ ἀπὸ βαρειὰ νύστα, κατάφεραν νὰ τὴν ἀποτινάξουν καὶ νὰ ἔλθουν σὲ ἐγρήγορση. Εἶδαν τότε τὴ δόξα του, καθὼς καὶ τοὺς δύο ἄνδρες ποὺ τὸν παράστεκαν. Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ δύο προφῆτες ἐπρόκειτο νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ τὸν Χριστό, χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Πέ­τρος τί γί­νε­ται, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα, εἶ­πε: «Κύ­ρι­ε, κα­λὰ εἶ­ναι νὰ μεί­νου­με ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα. Νὰ κά­νου­με, ἂν θέ­λεις, τρεῖς σκη­νές, μί­α γιὰ σέ­να, μί­α γιὰ τὸν Μω­υ­σῆ καὶ μί­α γιὰ τὸν Ἠ­λί­α».
Μὰ ἐ­νῶ μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μα, μί­α νε­φέ­λη, ἕ­να σύν­νε­φο φω­τει­νὸ τοὺς ἐπισκίασε. Οἱ τρεῖς μαθητὲς φοβήθηκαν ὅταν ὁ Χριστὸς καὶ οἱ δύο προφῆτες μπῆκαν μέσα στὴ νεφέλη. Ἀ­κού­στη­κε τότε ἀπ’ τὴ νεφέλη μιὰ φωνὴ νὰ λέ­ει: «Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός. Αὐ­τὸν νὰ ἀ­κοῦ­τε». Οἱ τρεῖς μα­θη­τὲς τρό­μα­ξαν τό­σο πο­λύ, ποὺ ἔ­πε­σαν πρη­νεῖς, μὲ τὸ πρό­σω­πο στὴ γῆ. Μετὰ τὴ φωνὴ ὅμως ἐκείνη ὁ Ἰησοῦς τοὺς πλη­σί­α­σε, τοὺς ἄγ­γι­ξε καὶ τοὺς εἶπε: «Ση­κω­θεῖ­τε! Μὴ φο­βά­στε». Οἱ μα­θη­τές του σή­κω­σαν τὰ μά­τια, μὰ δὲν εἶ­δαν κα­νέ­να ἄλ­λον, πα­ρὰ μο­νά­χα τὸν Ἰ­η­σοῦ.
Καὶ ὅταν κατέβαιναν ἀπὸ τὸ ὄρος, ὁ Χριστὸς τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ λέγοντας: Ὅ,τι εἴδατε δὲν θὰ τὸ πεῖτε σὲ κανέναν, μέχρις ὅτου ἐγώ, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ἀναστηθῶ ἐκ νεκρῶν (Ματθ. 17, 1-9· Μάρκ. 9, 2-9· Λουκ. 9, 28-36).
Ὁ Χριστὸς καὶ ἐδῶ, ἀκολουθώντας τὴ συνήθη τακτική του, φανερούμενος κρύπτεται. Πολὺ μακρὰν ἀπὸ πειρασμὸ αὐτοπροβολῆς καὶ ἀνθρώπινης δόξας, περισσότερο ἀποκρύπτει, παρὰ φανερώνει τὴ θεϊκή του δύναμη. Στὴν πλειονότητα τῶν θαυμάτων του περισσότερο κόπο καταβάλλει νὰ τὰ ἀποκρύψει παρὰ νὰ τὰ δημοσιοποιήσει. Καὶ τώρα, σχίζοντας ἐλάχιστα τὸ πέπλο ποὺ καλύπτει τὴν ἀνέκφραστη δόξα του, παραγυμνώνει ἀμυδρὰ τὴν ὑπερκόσμια μορφή του. Μεταμορφώνεται μπροστὰ σὲ τρεῖς μόνο μαθητές του. Ἀλλὰ καὶ σ’αὐτοὺς δίνει ρητὴ ἐντολὴ νὰ μὴ μιλήσουν καθόλου μέχρι τὴν Ἀνάστασή του.
Μὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκει τὸ ἀντίθετο; Νὰ προσπαθεῖ νὰ πείσει, εἰ δυνατόν, τοὺς πάντες ὅτι εἶναι καὶ Θεός, ὥστε νὰ μὴν κλονισθοῦν ἀπὸ τὸ ἐπικείμενο ἐπώδυνο «τέλος» του;
Ὁ Χριστὸς δὲν διακατέχεται ἀπὸ τὴ συνήθη δική μας, ἀνθρωπίνως δικαιολογημένη, σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ἀνυπομονησία. Δὲν βιάζεται γιὰ πρόωρα ἀποτελέσματα. Καὶ ἐφόσον «οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ», καὶ «οὔπω πάρεστιν ὁ καιρός» του, περιμένει (Ἰω. 7, 6· 30).
Ὅσο τὰ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔχουν ἀκόμη ἀσκηθεῖ ἐπαρκῶς στὸ «ἀκουέτω», καὶ τὰ μάτια τους ἀτενίζουν χωρὶς νὰ βλέπουν, χωρὶς νὰ κατανοοῦν, ὁ Χριστὸς παραδίδει κρυφὰ τὸ μυστήριό του, μιλώντας σιγανὰ «πρὸς τὸ οὖς», ψιθυρίζοντας μόνο σὲ ἔμπιστα αὐτιά. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ κηρυχθεῖ «ἐπὶ τῶν δωμάτων» τίποτε ἀκόμη (Λουκ. 12, 3). Δὲν ρίχνει «τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7, 6). Γνωρίζει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ ὅλα. Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. «Καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανὸν» (Ἐκκλ. 3, 1). Χειρίζεται τὰ πάντα μὲ ἀλάνθαστη, τέλεια κρίση. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ διαλάθει τῆς προσοχῆς του, νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχό του.
Πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος του καὶ τὴν Ἀνάστασή του, οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ ἄν δοῦν καὶ ἀκούσουν, δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν καὶ ἱκανοὶ νὰ κατανοήσουν ὀρθὰ ὅσα θέλει νὰ τοὺς φανερώσει γιὰ τὸ πρόσωπό του. Οἱ ἐχθροί του μπορεῖ νὰ φρυάξουν πρὸ τῆς ὥρας ὑπέρμετρα, οἱ φίλοι του νὰ ἐνθουσιαστοῦν ἄκαιρα. Ἡ ὥρα γιὰ νὰ τοὺς διανοίξει νοῦ καὶ καρδιὰ «τοῦ συνιέναι», δὲν ἔχει ἀκόμη σημάνει (πρβλ. καὶ Ἁγ. Φιλαρέτου Μόσχας, Ἡ Θεολογία τῆς καρδιᾶς, ἐκδ. Ἴνδικτος, σσ. 45-47).(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

0 σχόλια:

"ΑΣ ΚΛΑΥΣΩΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ ΜΑΣ" ΕΞ ΑΦΟΡMHΣ ΤΗΝ ΨΗΦΙΣΗ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΦΥΛΟΥ

"ΑΣ ΚΛΑΥΣΩΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ ΜΑΣ" ΕΞ ΑΦΟΡMHΣ ΤΗΝ ΨΗΦΙΣΗ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΦΥΛΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2017-2018

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2017-2018
ΕΛΑ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΦΙΛΩΠΤΩΧΟ ΤΑΜΕΙΟ

Blog Archive

Από το Blogger.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ
Δώσε ζωή...

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Translate