Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ π. Δημητρίου Μπόκου

Χριστουγεννιάτικες Ἱστορίες, ἀρ. 2 

 Κον­το­στά­θη­κε στὰ Προ­πύ­λαι­α, ἔ­κο­ψε τὴ φό­ρα του, σά­ρω­σε μὲ τὴ μα­τιά του τὴν πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του, χα­μο­γέ­λα­σε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα. Ἦρ­θε νω­ρί­τε­ρα, δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά. Βι­ά­στη­κε. Μὰ γι­νό­ταν κι ἀλ­λι­ῶς; Πέμ­πτο ραν­τε­βοὺ σή­με­ρα μὲ τὴν Ἀ­λί­κη καὶ δὲν πά­τα­γε στὴ γῆ.

Τὴ γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ και­ρό. Φοι­τη­τὲς καὶ οἱ δυ­ό, ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ χω­ριό, Ἀ­θη­ναῖ­ος αὐ­τός. Μὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τὴν πλη­σιά­σει πο­τέ. Ἀ­να­δυ­ό­ταν μέ­σα του φαν­τα­στι­κή, μὲ τὴ γλυ­κειά της ὀ­μορ­φιά, τὸν φι­νε­τσά­το τρό­πο της, τὴν ἀ­ε­ρά­τη κορ­μο­στα­σιά. Δὲν τόλ­μα­γε νὰ συγ­κρι­θεῖ μα­ζί της. Δὲν ἦ­ταν πάν­τα γιὰ τοὺς τρό­πους του πε­ρή­φα­νος, κι ἂν κοί­τα­ζες καὶ λί­γο πα­ρα­μέ­σα, ἄ­στα κα­λύ­τε­ρα!

Βλέ­πον­τας ὅ­μως τὴν Ἀ­λί­κη ἔ­νι­ω­θε τὴν ἀ­νάγ­κη νά ’­ναι κι αὐ­τὸς κα­λός. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἁ­πλή, κα­λο­συ­νά­τη, γε­λα­στή, τὸν σκλά­βω­νε καὶ μιὰ γλυ­κειὰ τα­ρα­χὴ γέ­μι­ζε τὴν καρ­διά του, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη πέρ­να­γε κον­τά του.

Γιὰ πο­λὺν και­ρὸ ὑ­πέ­φε­ρε σι­ω­πη­λὰ μέ­σα του. Μὰ κά­πο­τε πῆ­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κά­μει τὸ με­γά­λο ἅλ­μα καί, ξε­περ­νών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του, τὴν πλη­σί­α­σε. Κι ἐ­νῶ δὲν τὸ πε­ρί­με­νε, ἡ Ἀ­λί­κη δὲν τὸν ἀ­πώ­θη­σε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ἀ­νέλ­πι­στα τὸ φευ­γα­λέ­ο του ὄ­νει­ρο ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

- Εἶ­σαι ὑ­πέ­ρο­χη, Ἄ­λις! πα­ρα­μι­λοῦ­σε κα­θὼς βά­δι­ζε πλέ­ον­τας σὲ πε­λά­γη εὐ­τυ­χί­ας.

Ἔ­κα­νε ἀρ­γὰ τὸν γύ­ρο τῆς πλα­τεί­ας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­τρὸ στα­μά­τη­σε. Ἦ­ταν τὸ ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης. Βάλ­θη­κε νὰ χα­ζεύ­ει τὴν κί­νη­ση, τὰ πε­ρι­στέ­ρια, τὸν κό­σμο. Δυ­ὸ μέ­ρες πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να κι ὁ ἀ­έ­ρας γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το, φλύ­α­ρο, γι­ορ­τι­νὸ βου­η­τό.

Αἰ­ῶ­νες τοῦ φά­νη­καν τὰ δέ­κα λε­πτά. Δυ­ὸ φο­ρὲς κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Ἐ­πι­τέ­λους ἕ­ξη. Τώ­ρα θὰ ’ρ­θεῖ. Μὰ ἡ Ἀ­λί­κη δὲν φαι­νό­ταν ἀ­κό­μα. Ἡ κί­νη­ση, …βλέ­πεις. Ἕ­ξη καὶ πέν­τε, …καὶ τέ­ταρ­το, …καὶ μι­σή. Τὰ λε­πτὰ κυ­λοῦ­σαν μαρ­τυ­ρι­κά, μὰ ἐ­κεί­νη που­θε­νά. Δὲν ἤ­ξε­ρε πιὰ τί νὰ ὑ­πο­θέ­σει. Στὴν ἀρ­χὴ ἁ­πλῶς ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε. Κα­τό­πιν μιὰ ἔν­το­νη ἀ­μη­χα­νί­α τὸν συ­νε­πῆ­ρε. Ἡ Ἀ­λί­κη δὲν εἶ­χε ἀρ­γή­σει ἄλ­λη φο­ρά. Ἡ σκέ­ψη πὼς μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ἔλ­θει, τὸν ἔ­κα­νε νὰ πα­λα­βώ­σει.

Ἔ­πια­σε τὸ κι­νη­τό του νὰ τὴν πά­ρει. Μὲ ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο τὸ χέ­ρι του κι­νή­θη­κε ἁ­πα­λὰ πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Μιὰ ἀ­χνο­πρά­σι­νη μαρ­μα­ρυ­γὴ φώ­τι­σε στιγ­μια­ῖα τὴν ὀ­θό­νη κι ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σαν ὅ­λα. Ἡ μπα­τα­ρί­α τὸν εἶ­χε προ­δώ­σει. Πῆ­γε νὰ βλα­στη­μή­σει, συγ­κρα­τή­θη­κε. Εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ξε­χά­σει τὸ πα­ρελ­θόν.

Ἔ­ψα­ξε γιὰ καρ­το­τη­λέ­φω­νο, λει­τουρ­γοῦ­σαν ὅ­λα στὸ φούλ. Ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμός του ἀ­νέ­βη­κε κα­τα­κό­ρυ­φα. Ἐ­πι­τέ­λους τὴν πῆ­ρε. Τὸ τη­λέ­φω­νο χτύ­πη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να, μὰ ἀ­πάν­τη­ση καμ­μιά. Ξα­να­πῆ­ρε, ξα­να­χτύ­πη­σε, …τί­πο­τα.

Κο­πά­νη­σε μὲ νεῦ­ρο τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ γύ­ρι­σε ξα­νὰ στὸ πό­στο του. Ἂς πε­ρι­μέ­νει κι ἄλ­λο λί­γο. Μιὰ ἀ­χνὴ ἐλ­πί­δα, μή­πως καὶ φα­νεῖ, τρε­μό­παι­ζε ἀ­κό­μα μέ­σα του.

Ἀ­νέ­βα­σε τὸν για­κὰ κα­θὼς ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας δυ­νά­μω­νε καὶ στή­θη­κε στω­ι­κὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πε­ρα­στι­κοὶ φορ­τω­μέ­νοι χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα ψώ­νια περ­νο­δι­ά­βαι­ναν μπρός του. Τὰ τρό­λε­ϊ ἀ­να­στέ­να­ζαν κυ­λών­τας βα­ρυ­φορ­τω­μέ­να στὴν ἄ­σφαλ­το. Μὰ τί­πο­τε δὲν τὸν τρα­βοῦ­σε. Πά­λευ­ε μά­ται­α νὰ βά­λει σὲ τά­ξη τὶς σκέ­ψεις του, ἐ­νῶ ἀ­νά­μι­κτα συ­ναι­σθή­μα­τα φόρ­τι­ζαν ἐ­πι­κίν­δυ­να τὴν ψυ­χή του.

Για­τί δὲν ἐρ­χό­ταν; Τί με­σο­λά­βη­σε; Ἄλ­λα­ξε κά­τι στὴ σχέ­ση τους; Κα­θυ­στέ­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν κί­νη­ση; Κά­τι ἄλ­λο τὴ δυ­σκό­λε­ψε; Για­τί δὲν τὸν εἰ­δο­ποί­η­σε νω­ρί­τε­ρα; Δὲν ξέ­ρει πό­σο τὴ θέ­λει κον­τά του; Πό­σο ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ νὰ τὴ δεῖ; Πῶς πε­ρι­μέ­νει τὸ κά­θε ραν­τε­βού τους;

Ἡ ἀ­λή­θεια ἦ­ταν πὼς γι’ αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τὴν πί­ε­σε ὑ­περ­βο­λι­κὰ νὰ μεί­νει μιὰ μέ­ρα πα­ρα­πί­σω, πρὶν φύ­γει γιὰ τοὺς δι­κούς της. Τό ’θε­λε τό­σο πο­λὺ νὰ περ­πα­τή­σει μα­ζί της στοὺς στο­λι­σμέ­νους δρό­μους, τέ­τοι­ες μέ­ρες γι­ορ­τι­νές.

Κόν­τευ­ε ὀ­κτώ. Κα­τά­λα­βε πὼς δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ἡ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἄ­φη­σε τὴ θλι­βε­ρὴ μά­σκα της στὸ πρό­σω­πό του. Στη­μέ­νος στὴ μέ­ση ἑ­νὸς πλή­θους ποὺ σκουν­του­φλοῦ­σε πά­νω του, ἔ­νοι­ω­θε πραγ­μα­τι­κὰ χα­μέ­νος. Ἕ­νας ὑ­πό­γει­ος θυ­μός, ποὺ ὥ­ρα τώ­ρα ἀρ­γο­σά­λευ­ε στὰ σω­θι­κά του, ἀ­νέ­βη­κε ὁρ­μη­τι­κὰ κυ­ρι­αρ­χών­τας σὲ κά­θε ἄλ­λο του συ­ναί­σθη­μα καὶ τὸν συ­νε­πῆ­ρε ὁ­λό­κλη­ρο.

- Πα­νά­θε­μά σε, Ἄ­λις! μουρ­μού­ρι­σε μὲς ἀ­π’ τὰ σφιγ­μέ­να του δόν­τια καὶ πῆ­ρε τὸν κα­τή­φο­ρο στὴν Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Ἂς μὲ σκε­φτό­σουν καὶ λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο!

Ἔ­στρι­ψε δε­ξιὰ στὴ Μπε­νά­κη, πῆ­ρε τὰ στε­νά, πε­ρι­πλα­νή­θη­κε χω­ρὶς σκο­πό. Σχε­δὸν μη­χα­νι­κὰ τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸ πα­λιὸ γνω­στό του στέ­κι. Πῆ­γε νὰ μπεῖ, με­τά­νοι­ω­σε. Ἐ­δῶ τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι, δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη γιὰ κου­βέν­τες. Τρά­βη­ξε μα­κρύ­τε­ρα, χώ­θη­κε τε­λι­κὰ σ’ ἕ­να γω­νια­κὸ κεν­τρά­κι ἥ­συ­χο.

Βυ­θι­σμέ­νος στὰ σύν­νε­φα τοῦ κα­πνοῦ καὶ στοὺς ἀ­τμοὺς τοῦ οἰ­νο­πνεύ­μα­τος, προ­σπά­θη­σε γιὰ ὧ­ρες νὰ πνί­ξει τὸν θυ­μὸ καὶ τὴν πί­κρα του. Κόν­τευ­ε νὰ ξη­με­ρώ­σει, ὅ­ταν πα­ρα­πα­τών­τας στὰ στε­νὰ κα­τά­φε­ρε νὰ φτά­σει σπί­τι του. Ἔ­πε­σε μὲ τὰ ροῦ­χα στὸ κρε­βά­τι κι ἕ­νας βα­θὺς λή­θαρ­γος τὸν τύ­λι­ξε ἀ­κα­ρια­ῖα.

Ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στού­γεν­να, ξύ­πνη­σε. Ἡ μά­να του ἔ­τρε­χε καὶ δὲν ἔ­φτα­νε, τ’ ἀ­δέλ­φια του μὲ τὸν μπαμ­πὰ ἦ­ταν ἔ­ξω γιὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α ψώ­νια.

Ἔ­βα­λε στὴν πρί­ζα τὸ κι­νη­τό. Δὲν ἄρ­γη­σε νὰ χτυ­πή­σει. Πρὶν ἀ­κό­μη κοι­τά­ξει τὴν ὀ­θό­νη του, ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Μπά! Τὸν θυ­μή­θη­κε! Και­ρὸς ἦ­ταν! Μὰ ὄ­χι! Δὲν θά ’­πε­φτε τό­σο εὔ­κο­λα. Τὸ πεῖ­σμα του ξα­να­φούν­τω­σε. Οἱ ἀ­μυν­τι­κοὶ μη­χα­νι­σμοί του ἐ­νερ­γο­ποι­ή­θη­καν.

- Τώ­ρα θὰ δεῖς, Ἄ­λις, τί θὰ πεῖ πό­λε­μος χα­ρα­κω­μά­των!

Ἄ­φη­σε τὸ κι­νη­τὸ νὰ χτυ­πά­ει, χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­νοί­ξει.

Σὲ λί­γο ἡ Ἀ­λί­κη ξα­να­πῆ­ρε. Τὸ ἄ­νοι­ξε. Ἡ φω­νή της ἀ­κού­στη­κε μα­κρι­νή, κου­ρα­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ζε­στὴ ὅ­πως πάν­τα.

- Ντί­νο, ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει, θέ­λω νὰ σοῦ ἐ­ξη­γή­σω. Ἡ ἀ­δελ­φή μου χρει­ά­στη­κε…

- Ὁ κό­σμος ἐ­νη­με­ρώ­νει ἐγ­καί­ρως ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ, τὴν ἔ­κο­ψε ψυ­χρὰ κλεί­νον­τας ἀ­πό­το­μα τὸ κι­νη­τό.

Ἀ­πό­ρη­σε κι ὁ ἴ­διος μὲ τὴ σκλη­ρά­δα του. Ἤ­ξε­ρε πὼς αὐ­τὸ ἦ­ταν λι­γά­κι ἄ­δι­κο γιὰ ἐ­κεί­νη. Τὸ κι­νη­τό του ἦ­ταν νε­κρὸ πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να με­ρό­νυ­χτο. Στὸ στα­θε­ρό τους ἡ Ἀ­λί­κη δὲν μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ τὸν παίρ­νει. Μὰ ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει. Ὁ ἐ­γω­ι­σμός του κρά­τα­γε κα­λά.

Νύ­χτα, πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα, ὅ­λη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν στὸ πό­δι γιὰ τὴ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη λει­τουρ­γί­α. Ἀ­κο­λού­θη­σε κι αὐ­τὸς ἀ­ναγ­κα­στι­κά, βα­ρύ­θυ­μος. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἡ ὄ­μορ­φη ψαλ­μω­δί­α καὶ ἡ μυ­στα­γω­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν θε­τι­κά, σχε­δὸν τοῦ ἄ­ρε­σαν.

Στὴν ἀ­πό­λυ­ση ὁ πα­πὰς κον­το­στά­θη­κε νὰ πεῖ δυ­ὸ λό­για, πρὶν τὸ «Δι’ εὐ­χῶν».

- Ὁ Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κε ἀ­πό­ψε…,

- Τί τὰ θέ­λεις τώ­ρα αὐ­τά, πα­πού­λη μου; ἀν­τέ­δρα­σε μέ­σα του ἐ­νο­χλη­μέ­νος. Τέ­λει­ω­νε νὰ φεύ­γου­με!

- …γιὰ νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τὴν ἀ­γά­πη, συ­νέ­χι­ζε ὁ πα­πάς. Μὰ δὲν τὴν ἔ­φε­ρε ἀγ­γί­ζον­τας τὴ γῆ μὲ μα­γι­κὸ ρα­βδί. Μᾶς δί­δα­ξε μὲ τὴ ζω­ή του ἔμ­πρα­κτα πῶς νὰ τὴ βρί­σκου­με. Θυ­σι­ά­στη­κε Ἐ­κεῖ­νος, γιὰ νὰ ζή­σου­με ἐ­μεῖς. Ἀ­γά­πη θὰ πεῖ νὰ σκέ­φτε­σαι τὸν ἄλ­λον, ὄ­χι τὸν ἑ­αυ­τό σου, καὶ νὰ πε­θαί­νεις γιὰ ’­κεῖ­νον. Ἀλ­λι­ῶς, ἀ­γα­πᾶς μο­νά­χα τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ ἀ­γά­πη λὲς τὸν τε­ρα­τώ­δη ἐ­γω­ι­σμό σου.

- Ὤχ, ἐ­δῶ εἴ­μα­στε! σκέ­φτη­κε ὁ Ντί­νος ἄ­θε­λά του.

- … καὶ φαί­νε­ται ἡ ἀ­γά­πη σου, ὅ­ταν δὲν γί­νον­ται ἐ­κεῖ­να ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σουν…, συ­νέ­χι­ζε ὁ πα­πάς.

Ἄρ­χι­σε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς του ἀ­νέ­βη­καν. Φο­βή­θη­κε πὼς ἡ ἔν­τα­σή του θὰ γι­νό­ταν φα­νε­ρὴ γύ­ρω του. Ναί, αὐ­τὸ ἦ­ταν! Μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­γα­ποῦ­σε. Γιὰ τὴν κα­η­μέ­νη τὴν Ἀ­λί­κη δὲν σκέ­φτη­κε κα­θό­λου. Μό­νο τὸ τί ἔ­χα­σε αὐ­τός. Σὲ ’­κεί­νην ἄ­ρα­γε τί νὰ συ­νέ­βη;

Πῶς ἔ­πε­σε τό­σο χα­μη­λά; Σι­χά­θη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του. Τὸ πεῖ­σμα του σω­ρι­ά­στη­κε σὲ ἐ­ρεί­πια. Τοῦ φά­νη­κε πὼς ἄ­νοι­ξαν μέ­σα του τὰ οὐ­ρά­νια, ὅ­πως τό­τε, τὴ νύ­χτα τῆς Βη­θλε­έμ. Ἄρ­χι­σε νὰ μπαί­νει στὸ νό­η­μα τῆς ἀ­γά­πης. Ἕ­να ἀλ­λι­ώ­τι­κο κύ­μα τὸν συ­νε­πῆ­ρε. Ἀ­νά­μι­κτα καὶ πά­λι συ­ναι­σθή­μα­τα πλημ­μύ­ρι­σαν τὴν καρ­διά του. Λύ­πη, με­τα­μέ­λεια, χα­ρά, ἐν­θου­σια­σμός, ἀ­γά­πη.

- Ὢ, Ἄ­λις! Συγ­χώ­ρε­σέ με!

Τοῦ φά­νη­κε πὼς γύ­ρω του ἀλ­λά­ξαν ὅ­λα. Τά ’­βλε­πε τώ­ρα νὰ κο­λυμ­ποῦν στὴν ὀ­μορ­φιά. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι τὸ πέμ­πτο ραν­τε­βού του χά­θη­κε, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει αὐ­τὸς νὰ βρεῖ τὸ νό­η­μα τῆς ἀ­γά­πης.

Ξε­κί­νη­σαν ὅ­λοι γιὰ τὸ σπί­τι. Ρι­γοῦ­σε ἀ­πὸ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α. Σκε­φτό­ταν πῶς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί της, μιὰ καὶ τὸ φτω­χὸ κο­ρί­τσι δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα τὴν πο­λυ­τέ­λεια τοῦ κι­νη­τοῦ (o tempora! o mores! - ἄν­τε νὰ ζή­σεις τώ­ρα σ’ ἐ­κεί­νους τοὺς και­ρούς!). Μὰ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ κε­λα­η­δή­σει τὸ δι­κό του. Τὸν κα­λοῦ­σε ἐ­κεί­νη (μὲ χί­λι­ες προ­φυ­λά­ξεις, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια!) ἀ­πὸ τὸ στα­θε­ρό. Ἡ φω­νή της γλυ­κειά, ζε­στή, ὅ­πως πάν­τα…

- Χρό­νια πολ­λά, Ντί­νο!…

- Ἄ­λις, εἶ­σαι ὑ­πέ­ρο­χη! ξέ­σπα­σε μέ­σα του μὲ πα­φλα­σμὸ χα­ρᾶς, … μὰ στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς γραμ­μῆς μό­λις κι ἀ­κού­στη­κε τρε­μου­λια­στὴ ἀ­π’ τὴ συγ­κί­νη­ση ἡ φω­νή του:

- Χρό­νια πολ­λά, Ἄ­λις!… Χρι­στού­γεν­να 2002

0 σχόλια:

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! ΠΕΡΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! ΠΕΡΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΤΡΩΝ κ.κ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2025-2026

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2025-2026
ΕΛΑ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΦΙΛΩΠΤΩΧΟ ΤΑΜΕΙΟ

Blog Archive

Από το Blogger.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ
Δώσε ζωή...

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Translate