Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025
ΠΟΣΟ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ; π. Δημητρίου Μπόκου
10:53 μ.μ.
|
Ἰδιαίτερη
ἐντύπωση προξενεῖ ἡ κατάληξη τῆς θαυμάσιας παραβολῆς τοῦ πλουσίου καὶ
τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς συμπλήρωσε ὅσα δίδαξε
νωρίτερα γιὰ τὴν ὀρθὴ διαχείριση τοῦ πλούτου. Ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸν Ἅδη
παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο στὸν κόσμο ξανά, γιὰ νὰ
ἀναγγείλει στοὺς ἀδελφούς του νὰ ἀλλάξουν ζωή, νὰ ζήσουν στὸ ἑξῆς
θεοφιλῶς, γιὰ νὰ μὴν καταντήσουν καὶ αὐτοὶ «εἰς τὸν τόπον τῆς βασάνου». Ὁ
Ἀβραὰμ ὅμως ἀπαντάει, ὅτι ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἤδη
καταγεγραμμένος στὴν Ἁγία Γραφή, δὲν θὰ ἀκούσουν οὔτε καὶ κάποιον ποὺ
θὰ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν (Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ).
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀβραὰμ σοκάρει, ἀλλὰ δείχνει μιὰ τραγικὴ πραγματικότητα. Τὴ δυσκολία μας νὰ δεχθοῦμε πράγματα, ποὺ δὲν τὰ βλέπουμε φανερὰ καὶ ἁπτά. Καὶ ὅσα ἀφοροῦν τὸ ἐπέκεινα, τὴ μετὰ θάνατον ζωή, τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, ἀνήκουν σ’ αὐτὰ ποὺ γίνονται δεκτὰ μόνο μὲ τὴν πίστη. Καὶ δὲν εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ τὰ δεχθοῦμε εὔκολα. Χωρὶς πίστη ὅμως δὲν ἔρχεται μέσα μας πληροφορία καὶ βεβαιότητα γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὁρατὰ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ. Μόνο ἡ πίστη κάνει χειροπιαστὰ στὴν ψυχή μας ὅσα δὲν ἔγιναν ἀκόμα, ἀλλὰ τὰ περιμένουμε νὰ γίνουν. Ἡ πίστη εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1).
Ἀλλὰ τί δυσκολεύει τόσο τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει στὰ μέλλοντα; Ἡ προσκόλλησή του στὰ παρόντα. «Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι, παρὰ δέκα καὶ καρτέρει». Ζώντας μὲ τὸ βλέμμα συνεχῶς στραμμένο στὸ τώρα, ἀτονεῖ μέσα του ἡ ἀναζήτηση τῶν μελλόντων, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ψυχραίνει βαθμηδὸν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Θεό. Δυσκολεύεται ἡ ψυχή του νὰ σκέφτεται πνευματικά. Γίνεται ὅλο καὶ νωθρότερος στὸ νὰ ζεῖ κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Ἐξανεμίζει ἔτσι ἐντελῶς ἀντὶ νὰ δυναμώνει τὴ λιγοστὴ πίστη του, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως βάλλεται πανταχόθεν συνεχῶς, ἔσωθεν μὲν ἀπὸ τὶς δικές του ἀμφιβολίες, ἔξωθεν δὲ ἀπὸ τὸν ἀσταμάτητο βομβαρδισμὸ ἀντιθέων κηρυγμάτων. Σβήνει συνεπῶς κάθε του διάθεση γιὰ σοβαρὴ πνευματικὴ ἐργασία, ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν, προσευχή. Δὲν βλέπει κἂν τὸν λόγο νὰ κοπιάσει γιὰ κάτι τέτοιο, ἀφοῦ ἀπορρίπτει στὴν πράξη τελικὰ καθετὶ ποὺ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Μᾶς φαίνεται παράξενο; Καὶ ὅμως…
Πέρασε, λέει, κάποτε ἕνας ἐργάτης ἀπ’ τὸ κελλὶ τοῦ ἁγίου Παϊσίου. «Γέροντα, εἶμαι πολὺ στενοχωρημένος σήμερα, τοῦ λέει. Εἶχα συμφωνήσει νὰ πάω στὸ τάδε κελλί, στὸν τάδε ἀδελφὸ γιὰ νὰ τοῦ κόψω ξύλα, ἀλλὰ ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ ἔφυγε. Δὲν τὸν βρῆκα σήμερα. Θὰ μοῦ ’δινε 500 δραχμὲς μεροκάματο (τότε ἦταν οἱ δραχμὲς ἀκόμα) καὶ τὸ ἔχασα. Τί θὰ κάνω σήμερα;» Λέει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Θὰ σοῦ ἔδινε 500 δραχμές; Ἅμα σὲ βάλω ἐγὼ νὰ κάνεις ἐδῶ μιὰ δουλειὰ γιὰ 500 δραχμές, δέχεσαι;» «Δόξα τῷ Θεῷ, γέροντα, πῶς δὲν δέχομαι;» «Θὰ σοῦ βάλω νὰ κάνεις μιὰ δουλειά, λέει ὁ ἅγιος, οὔτε ξύλα θὰ κόβεις, οὔτε τὰ μουλάρια θὰ ξεφορτώνεις. Θὰ κάθεσαι. Θὰ σοῦ ἀρέσει;» «Καλὸ ἀκούγεται, γέροντα, τί δουλειὰ εἶναι αὐτή;» «Πήγαινε μέσα στὸ δωμάτιο, κάθισε στὸ σκαμνάκι, θὰ σοῦ δώσω ἕνα κομποσχοίνι. Πόσες ὧρες θὰ ἔκοβες ξύλα στὸν ἀδελφό;» «Ἔ, ἕξι-ἑπτὰ ὧρες». «Ξέχνα το αὐτό. Ἐγὼ θέλω γιὰ μία μόνο ὥρα νὰ καθίσεις καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή».
Ἔκατσε λοιπὸν ὁ ἐργάτης καὶ ἄρχισε νὰ λέει τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν πέρασαν δέκα λεπτὰ καὶ βγαίνει ἔξω ἀγανακτισμένος. «Πάρε, λέει, γέροντα, καὶ τὰ λεφτά σου, πάρε καὶ τὰ κομποσχοίνια ποὺ μοῦ ἔδωσες. Αὐτὸ ποὺ μοῦ λὲς νὰ κάνω, δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω»!
Πράγματι!
Ὅταν ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ ἔχει πάει περίπατο, δὲν παίρνουμε ποτὲ στὰ σοβαρά, δὲν σκεφτόμαστε καθόλου τὴν αἰώνια ζωή. Πῶς νὰ δουλέψουμε λοιπὸν πραγματικὰ γι’ αὐτήν; Πῶς νὰ τὴν πιστέψουμε; Καὶ νεκροὺς ἀναστημένους νὰ δοῦμε, θὰ λέμε, ἔ, κάτι δὲν πάει καλά, κάτι στημένο ὑπάρχει ἐδῶ, ἢ κάποιο παιχνίδι μᾶς παίζουν τὰ μάτια μας.
Τόσο ἁπλά!
Καλή, εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ μήνα!
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀβραὰμ σοκάρει, ἀλλὰ δείχνει μιὰ τραγικὴ πραγματικότητα. Τὴ δυσκολία μας νὰ δεχθοῦμε πράγματα, ποὺ δὲν τὰ βλέπουμε φανερὰ καὶ ἁπτά. Καὶ ὅσα ἀφοροῦν τὸ ἐπέκεινα, τὴ μετὰ θάνατον ζωή, τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, ἀνήκουν σ’ αὐτὰ ποὺ γίνονται δεκτὰ μόνο μὲ τὴν πίστη. Καὶ δὲν εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ τὰ δεχθοῦμε εὔκολα. Χωρὶς πίστη ὅμως δὲν ἔρχεται μέσα μας πληροφορία καὶ βεβαιότητα γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὁρατὰ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ. Μόνο ἡ πίστη κάνει χειροπιαστὰ στὴν ψυχή μας ὅσα δὲν ἔγιναν ἀκόμα, ἀλλὰ τὰ περιμένουμε νὰ γίνουν. Ἡ πίστη εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1).
Ἀλλὰ τί δυσκολεύει τόσο τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει στὰ μέλλοντα; Ἡ προσκόλλησή του στὰ παρόντα. «Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι, παρὰ δέκα καὶ καρτέρει». Ζώντας μὲ τὸ βλέμμα συνεχῶς στραμμένο στὸ τώρα, ἀτονεῖ μέσα του ἡ ἀναζήτηση τῶν μελλόντων, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ψυχραίνει βαθμηδὸν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Θεό. Δυσκολεύεται ἡ ψυχή του νὰ σκέφτεται πνευματικά. Γίνεται ὅλο καὶ νωθρότερος στὸ νὰ ζεῖ κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Ἐξανεμίζει ἔτσι ἐντελῶς ἀντὶ νὰ δυναμώνει τὴ λιγοστὴ πίστη του, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως βάλλεται πανταχόθεν συνεχῶς, ἔσωθεν μὲν ἀπὸ τὶς δικές του ἀμφιβολίες, ἔξωθεν δὲ ἀπὸ τὸν ἀσταμάτητο βομβαρδισμὸ ἀντιθέων κηρυγμάτων. Σβήνει συνεπῶς κάθε του διάθεση γιὰ σοβαρὴ πνευματικὴ ἐργασία, ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν, προσευχή. Δὲν βλέπει κἂν τὸν λόγο νὰ κοπιάσει γιὰ κάτι τέτοιο, ἀφοῦ ἀπορρίπτει στὴν πράξη τελικὰ καθετὶ ποὺ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Μᾶς φαίνεται παράξενο; Καὶ ὅμως…
Πέρασε, λέει, κάποτε ἕνας ἐργάτης ἀπ’ τὸ κελλὶ τοῦ ἁγίου Παϊσίου. «Γέροντα, εἶμαι πολὺ στενοχωρημένος σήμερα, τοῦ λέει. Εἶχα συμφωνήσει νὰ πάω στὸ τάδε κελλί, στὸν τάδε ἀδελφὸ γιὰ νὰ τοῦ κόψω ξύλα, ἀλλὰ ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ ἔφυγε. Δὲν τὸν βρῆκα σήμερα. Θὰ μοῦ ’δινε 500 δραχμὲς μεροκάματο (τότε ἦταν οἱ δραχμὲς ἀκόμα) καὶ τὸ ἔχασα. Τί θὰ κάνω σήμερα;» Λέει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Θὰ σοῦ ἔδινε 500 δραχμές; Ἅμα σὲ βάλω ἐγὼ νὰ κάνεις ἐδῶ μιὰ δουλειὰ γιὰ 500 δραχμές, δέχεσαι;» «Δόξα τῷ Θεῷ, γέροντα, πῶς δὲν δέχομαι;» «Θὰ σοῦ βάλω νὰ κάνεις μιὰ δουλειά, λέει ὁ ἅγιος, οὔτε ξύλα θὰ κόβεις, οὔτε τὰ μουλάρια θὰ ξεφορτώνεις. Θὰ κάθεσαι. Θὰ σοῦ ἀρέσει;» «Καλὸ ἀκούγεται, γέροντα, τί δουλειὰ εἶναι αὐτή;» «Πήγαινε μέσα στὸ δωμάτιο, κάθισε στὸ σκαμνάκι, θὰ σοῦ δώσω ἕνα κομποσχοίνι. Πόσες ὧρες θὰ ἔκοβες ξύλα στὸν ἀδελφό;» «Ἔ, ἕξι-ἑπτὰ ὧρες». «Ξέχνα το αὐτό. Ἐγὼ θέλω γιὰ μία μόνο ὥρα νὰ καθίσεις καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή».
Ἔκατσε λοιπὸν ὁ ἐργάτης καὶ ἄρχισε νὰ λέει τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν πέρασαν δέκα λεπτὰ καὶ βγαίνει ἔξω ἀγανακτισμένος. «Πάρε, λέει, γέροντα, καὶ τὰ λεφτά σου, πάρε καὶ τὰ κομποσχοίνια ποὺ μοῦ ἔδωσες. Αὐτὸ ποὺ μοῦ λὲς νὰ κάνω, δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω»!
Πράγματι!
Ὅταν ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ ἔχει πάει περίπατο, δὲν παίρνουμε ποτὲ στὰ σοβαρά, δὲν σκεφτόμαστε καθόλου τὴν αἰώνια ζωή. Πῶς νὰ δουλέψουμε λοιπὸν πραγματικὰ γι’ αὐτήν; Πῶς νὰ τὴν πιστέψουμε; Καὶ νεκροὺς ἀναστημένους νὰ δοῦμε, θὰ λέμε, ἔ, κάτι δὲν πάει καλά, κάτι στημένο ὑπάρχει ἐδῶ, ἢ κάποιο παιχνίδι μᾶς παίζουν τὰ μάτια μας.
Τόσο ἁπλά!
Καλή, εὐλογημένη ἑβδομάδα! Καλὸ μήνα!
ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ 3/11 έως 9/11/2025
10:33 μ.μ.
|
- 3/11 Δευτέρα και ώρα 17:00 Εσπερινός μετ' αρτοκλασίας-Παράκλησις εις τον Τίμιο Πρόδρομο και εν συνεχεία ομιλία.
- 8/11 ΣΑΒΒΑΤΟ Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ: Θεία Λειτουργία 07:00-09:00
- 9/11 ΚΥΡΙΑΚΗ, Ζ΄ΛΟΥΚΑ, Αγίου Νεκταρίου: Θεία Λειτουργία 07:00-10:00
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2025
10:32 μ.μ.
|
Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025
ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ & ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
11:35 μ.μ.
|
Μήνας Νοέμβριος: Έχων ημέρας τριάκοντα.
Η ημέρα έχει ώρας 10 και η νύξ ώρας 14.
1/11 ΣΑΒΒΑΤΟ, ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ & ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΝ ΕΥΒΟΙΑ: Θεία Λειτουργία-Μικρός Αγιασμός 06:50-09:10
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025: ΕΔΩ
Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης μιλάει για θαύματα του Οσίου Δαυίδ
11:22 μ.μ.
|
Ο Άγιος Δαυΐδ, παιδιά μου, είναι πολύ θαυματουργός. Σ άλλον έχει δώσει το φως του, άλλον φέρνει σε μετάνοια κι άλλα διάφορα θαύματα (κάνει). Να έχετε την ευλογία και την ευχή του Αγίου.
Σε μία γυναίκα έδωσε το φως της και έκανε καλά το πόδι της, που είχε πρηστή σαν τούμπανο. Της εμφανίστηκε στον ύπνο της και, χωρίς να γνωρίζη το όνομά του, τον επικαλέστηκε.
Άλλη γυναίκα, δεν είχε παιδί. Ακούμπησε στο λείψανο του Αγίου και είπε: «Άγιέ μου, ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων, σε παρακαλώ να μου χαρίσης ένα παιδί». Στον χρόνο επάνω απέκτησε παιδί.
Όταν την Μεγάλη Τεσσαρακοστή βγαίνη η αγία Κάρα του, πάντα βρέχει στο χωριό, έστω κι αν όλη την ημέρα ο ήλιος καίη.
Ο Άγιος, κατά την πίστη θαυματουργεί. Κατά το «η πίστις σου σέσωκέ σε», ενεργεί το θαύμα. Γι αυτό, συνέχεια ο κόσμος κάνει ευχαριστήριες Λειτουργίες.
Σας λέω πραγματικά ότι εγώ θα έπρεπε να είχα πεθάνει το 1967. Σαράντα επτά χρονών που ήμουν τότε, που μου κάνανε τέσσερις φορές εγχείρηση και έπρεπε να είχα πεθάνει. Έσπασε ο σκωληκοειδίτης, οκτώ ημέρες μέσα στο Μοναστήρι και, όταν σπάση ο σκωληκοειδίτης και κάτι άλλες παθήσεις, ζει ο άνθρωπος; Εγώ έζησα, ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε γιατρό, ούτε κανέναν, είχα ως μεγαλύτερο γιατρό τον όσιο Δαυΐδ και τον άγιο Ιωάννη τον Ρώσσο, αυτοί με βοηθήσανε το ’67. Και τώρα πάλι με τόση και τόση ταλαιπωρία που έχω, πάλι με βοηθάει η Χάρις του Αγίου. Εκεί που λέγω ότι είμαι θνητός, πεθαμένος, νεκρός και άταφος, μου δίνει το κουράγιο και στέκομαι στο πόδι. Ό,τι μπορώ να, δύο λογάκια πνευματικά να πω σ έναν χριστιανό. Τα θαύματα του Αγίου, αγαπητοί πατέρες και ευσεβείς χριστιανοί, είναι πολλά.
Εγώ την έχω την ζάλη χρόνια ολόκληρα, αλλά δεν υπολογίζω τα παθήματα του νυν καιρού. Κάνω υπομονή, παίρνω και κάτι φάρμακα, με συγχωρείτε, τα φάρμακα που παίρνω πέφτει η πίεση και με πιάνει μια υπνηλία κάθε πρωί εκεί στην εκκλησία, αλλά πάντα αγωνίζομαι; «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο». «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». «Δοκιμάζει ο Θεός». «Δόξα σοι ο Θεός». Εδώ τόσα και τόσα θαύματα (γίνονται). Τώρα τον Ιανουάριο είχε κάνει ένα θαύμα ο Άγιος στο Λονδίνο. Ένας ευσεβής άνθρωπος της προσευχής είχε καρκίνο στο συκώτι και παρεκάλεσαν τον άγιο Δαυΐδ, να μην τα πολυλογώ, ήρθαν στην Μονή να τους σταυρώσω με την αγία Κάρα και, ω του θαύματος! εθεραπεύθη και (τώρα) είναι πολύ καλά στην υγεία του.
Παραπονιόμουν στον όσιο Δαυΐδ για τις ελιές που έκοψε εκείνος ο ασεβής και έλεγα: «Άγιέ μου Δαυΐδ, εγώ τα άφησα όλα και τώρα ήρθα να κοιτάξω τις δικές σου τις δουλειές σε τόσα κτήματα;». Από το τέμπλο, παιδιά μου, ακούστηκε ένας κρότος μέρα μεσημέρι, δηλαδή φεύγει από το τέμπλο, με συγχωρείτε, η αγία του εικόνα και στέκεται ένας καλόγερος στην βόρεια πύλη του ιερού, εκεί που είναι ο ταξιάρχης Μιχαήλ, και λέει: «Πάτερ μου, μη στενοχωριέσαι, διότι η μεγαλύτερη αρρώστια για τον άνθρωπο είναι η στενοχώρια». Και έγινε αμέσως άφαντος μετά από αυτό και πήγε στην θέση του (στο τέμπλο). Σας το διδάσκω, παιδιά μου, να το ξέρετε· η μεγαλύτερη αρρώστια για τον άνθρωπο είναι η στενοχώρια.
Γράφει ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, πνευματικό τέκνο του Γέροντος : Εντύπωση προκαλούσε η άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ. Όταν κάποτε οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες ήρθαν, για να πάρουν την κάρα του οσίου στο χωριό τους με σκοπό να βρέξει εκείνη την άνυδρη χρονιά, ο γέροντας πήγε μπροστά στην εικόνα του οσίου και του μίλησε, μάλλον τον διέταξε μετά παρρησίας: «Γέρο, ήρθαν οι χωριανοί σου να σε πάνε στους Λιβανάτες για την ανομβρία. Σε παρακαλώ τώρα, που θα πάμε, να μπουμπουνίσεις. Πρόσεξε, μη με προσβάλεις!». Και ο Όσιος Δαβίδ τον άκουσε αμέσως. Μετά την παράκληση άρχισαν δυνατές βροχές. Αυτή την άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ, την περιέγραφε σαν ένα τηλέφωνο: «Εγώ, παιδί μου, τα λέγω στο αυτί του αγίου, και αυτός ανοίγει γραμμή με τον Χριστό μας!».
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης διηγείται θαύματα του οσίου Δαβίδ.
Πόσες φορές τον άγιο Δαυΐδ τον έχομε δει ζωντανό! Θα πήτε, «πώς τον βλέπετε, πάτερ;». Σαν ένας μοναχός, χτυπά το σήμαντρο μόνος του, χτυπά την καμπάνα και μπαίνουμε και ‘ρχόμαστε στην Εκκλησία και βλέπουμε έναν γέροντα, έναν καλόγερο. Τον βλέπομε να μπαίνη στο Ιερό και γίνεται άφαντος. Πόσες φορές μίλησα μαζί του!
Συχνά βλέπω τον άγιο Δαυΐδ οφθαλμοφανώς σαν καλόγερο μέσα στην Εκκλησία. Παρακαλώ τον Άγιο: «Όπως με φροντίζεις εδώ στο επίγειο Μοναστήρι σου, Άγιέ μου, να με φροντίζης και στο ουράνιο».
Εδώ στο Μοναστήρι όλοι έρχονται για τον Άγιο, σπάνια έρχεται κανείς για τον τόπο! (Ενώ πολύς κόσμος πήγαινε να δη τον ίδιο, τον Γέροντα). Πολλές φορές το βράδυ είμαι άρρωστος, αλλά το πρωί σηκώνομαι για την θεία Λειτουργία.
Σκέφτομαι ότι ίσως να είναι η τελευταία και παρακαλώ τον Άγιο: «Άγιέ μου Δαυΐδ, εσύ να λειτουργήσης» και γίνομαι καλά και λειτουργώ.
Λέω το πρωί του Αγίου: «Άγιέ μου Δαυΐδ, έχω τώρα τα πόδια, την δισκοπάθεια, την καρδιά μου, αν με βοηθήσης θα λειτουργήσω, αν δεν με βοηθήσης, βγες μόνος και λειτούργα».
Μου λένε: «Πρόσεχε στην Λειτουργία, μην σε κόψη κανένας κρύος ιδρώτας και πέσης, ουαί και αλλοίμονό σου!». Εγώ όμως έκανα τον σταυρό μου και λέω, «περιμένουν αυτοί οι πονεμένοι άνθρωποι (βοήθεια)».
Όταν μπήκα στην Λειτουργία, δεν ξέρω, δεν αισθανόμουνα κόπο, τίποτε, με βοηθά η Χάρις του Θεού. Η προσευχή στηρίζει τον άνθρωπο. Παιδιά μου, δεν λειτουργάω εγώ, άλλος λειτουργάει.
Κάποτε –έλεγε ο Γέροντας Ιάκωβος– ήρθε εδώ στο Μοναστήρι ένας νέος (ο οποίος) ήθελε να καλογερέψη, να αφιερωθή και να υπηρετήση την Μονή του Οσίου Δαυΐδ, όμως ήταν σπανός, δεν είχε καθόλου γένεια.
Πώς θα γινόταν καλόγερος; Αυτό τον στενοχωρούσε, αλλά προσευχήθηκε στον Άγιο και του έδωσε μία γενειάδα και δεν προλάβαινε να ξυριστή. Είναι πολύ θαυματουργός ο άγιος Δαυΐδ• ό,τι ανάγκες έχω και του ζητάω, (όλα) μου τα δίνει απλόχερα.
(Ο νέος αυτός ήταν ο ίδιος ο Γέροντας, κατά την μαρτυρία του π. Παύλου Τσουκνίδα).
Πριν πέντε ημέρες, πέρασε ένας από την Λάρισα, αυτός είχε στο στομάχι την σοβαρή ασθένεια. Ζήτησε εμένα, αλλά εγώ δεν πηγαίνω, αποφεύγω λιγάκι, να μην έχω τις φιλοδοξίες και αυτά και με βλέπη ο κόσμος, είπα στον π. Κύριλλο, τον σταύρωσε με την αγία Κάρα, μέχρι να πάη στην Λάρισα ο άνθρωπος έγινε τελείως καλά. Έρχεται και την άλλη μέρα πάλι και λέει ότι «με βοήθησες πάτερ, με την Χάρη του Αγίου, και ήρθα να σου πω το θαύμα του Αγίου. Εθεραπεύθην και έγινα τελείως καλά και ήρθα να τον ευχαριστήσω»
Είναι πολύ θαυματουργός ο Άγιος. Δεν περνάει ώρα, δεν θα περάση η ημέρα, χωρίς να το δείξη το θαύμα του ο Άγιος.
Μου λέει ο Δημήτρης: «Πάτερ μου, στο κτήμα μας δεν υπάρχει νερό και θέλουμε να ανοίξουμε πηγάδι».
– Ε, και τι θες, Δημήτρη, από εμένα;
– Πάτερ, μου λέει, κάνε μια προσευχή στον Άγιο και πες μας (αν) θα βρούμε νερό στο κτήμα αυτό το μεγάλο. Είμαστε επτά αδέλφια και θα ξεραθούνε οι ελιές μας.
– Δημήτρη μου, λέω, έχε πίστη Θεού, μην στεναχωριέστε. Νερό θα βρήτε ποτάμι.
– Πάτερ, πώς θα το βρούμε;
– Να, πάρτε την εικονίτσα του οσίου Δαυΐδ που σας έχω δώσει, σε όποιο σημείο θέλετε μέσα στο κτήμα σας εκεί που είναι κατάλληλο για να ανοίξετε το πηγάδι βάλτε εκεί την εικονίτσα του οσίου Δαυΐδ, ράντισε και με λίγο αγιασμό, κάντε το σημείο του Σταυρού, να πης το «Πάτερ ημών» και το τροπάριο του οσίου Δαυΐδ και να χτυπήσετε. Μόλις χτυπήσετε, τέκνο μου, με συγχωρείτε, το νερό βρίσκεται στην επιφάνεια της γης. Το κάνανε και βρήκαν ποτάμι νερό.
– Τώρα πάτερ μου, μου λέει, τόσο (πολύ) νερό (που βρήκαμε) δίνουμε και σε άλλους ανθρώπους εδώ στην Κόρινθο και ποτίζουνε τα περιβόλια τους και τα χωράφια τους.
Όταν έχουμε πίστη και ζητήσουμε κάτι από τον Θεό θα μας το δώση. Ό,τι ζητούσα παιδιόθεν, ο Θεός μου το χάριζε.
Κάποτε, ήμασταν μ’ έναν αδελφό εδώ στην Μονή και τον λέγανε π. Ακάκιο, αυτός έφυγε απ’ το Μοναστήρι και πήγε στην Αλόννησο. Λοιπόν, ένα βραδάκι κατά τις 8 Νοεμβρίου πριν λίγα χρόνια, κάναμε μια παράκληση στον άγιο Νεκτάριο.
Όπως ήμασταν και οι δυό πατέρες στο μέσον της εκκλησίας, στο εικονοστάσι εκεί είχαμε την εικονίτσα του αγίου Νεκταρίου και ψάλλαμε την παράκληση του Αγίου. Λέω, «δεν πηγαίνω καλύτερα πίσω απ’ την Ωραία Πύλη να διαβάσω το Ευαγγέλιον εις Ιεράρχην από την Ωραία Πύλη; και ‘δω το ίδιο είναι, αλλά ας πάω στην Ωραία Πύλη να πω απ’ το Ιερό το άγιον Ευαγγέλιον».
Μόλις μπήκα μέσα από την Βόρεια πύλη, βλέπω έναν Γέροντα σαν τον π. Σεραφείμ, μ’ ένα μπαστούνι, με το κουκούλι όπως φοράμε εμείς οι μοναχοί, τον βλέπω στο δεξιό μέρος της αγίας Τραπέζης. (Απόρησα και ρώτησα τον π. Ακάκιο): «Πατέρα Ακάκιε, εμείς δύο πατέρες είμαστε και ψάλλουμε την παράκληση του αγίου Νεκταρίου, ο τρίτος παπάς από πού ήρθε;».
(Και ρωτώ και τον ίδιο): «Πάτερ, δεν μου λες από πού μπήκες; από πού ήρθες;». Νύχτα (ήταν), δέκα η ώρα. Σα να εμειδίασε, χαμογέλασε, άστραψε το πρόσωπό του σαν ήλιος, στο Ιερό δεν είχαμε ούτε φώτα, ούτε τίποτα, μόνον ένα καντηλάκι.
«Άκουσε πάτερ, του λέω, εάν δεν φύγης έξω απ’ το Ιερό, εγώ δεν πάω στην Ωραία Πύλη να (την) ανοίξω, ούτε στην αγία Τράπεζα να πάρω το Ευαγγέλιο και να πω το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη».
Μετά, του λέω, «Άντε, πάτερ, σε παρακαλώ, τώρα βγείτε έξω απ’ το Ιερό. Πάτερ, δεν μπορώ να πάω να προσκυνήσω στην αγία Τράπεζα, βγείτε έξω απ’ το Ιερό για να πω το Ευαγγέλιο, ήρθε η ώρα τώρα». Χαμογέλασε και βλέπω ότι φεύγει από το Ιερό, απ’ την νότια πόρτα.
(Είπα): «Τώρα που έφυγε θα πάω να πω το Ευαγγέλιο». Άνοιξα την Ωραία Πύλη, πήρα το Ευαγγέλιο και κοίταξα, με συγχωρείτε, όχι πονηρά αλλά μήπως γυρίση πίσω. Έλεγα το Ευαγγέλιο και με το μάτι μου έβλεπα μήπως έρθη ο Άγιος. Πήγε μπροστά στην εικόνα του και έγινε άφαντος. Είχε φύγει απ’ το τέμπλο –βλέπετε (είναι) ζωντανή εικόνα θαυματουργικιά– και πήγε μέσα στο Ιερό και μετά ετακτοποιούνταν μέσα στην θέση του τέμπλου, όπως είναι ο Άγιος στη θέση του. Είπα το Ευαγγέλιο, τελείωσε η Παράκληση, και ρώτησα:
– Πάτερ Ακάκιε, άκουσες κανένα κτύπο, είδες κανέναν Ιερέα, δεν άκουσες τι σου έλεγα;
– Όχι πάτερ, δεν άκουσα (τίποτα, μόνο) άκουσα έναν κτύπο αλλά πού να ξέρω; καμμιά πόρτα θα χτύπησε απ’ τον αέρα.
– Παπάς ήταν μέσα στην αγία Τράπεζα.
– Όχι δεν είδα, τίποτα.
Όταν νύχτωνε και οι πατέρες ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Γέροντας Ιάκωβος άνοιγε το πίσω πορτάκι της Μονής και μέσα στη νύχτα ξεκινούσε για το ασκητήριο-σπηλιά του Οσίου Δαβίδ. Από το πυκνό σκοτάδι όμως δεν έβλεπε καθόλου να προχωρήσει ανάμεσα στους γκρεμούς, τα βράχια και την πυκνή βλάστηση, οπότε παρακαλούσε τον Όσιο να τον βοηθήσει:
–Εσύ, Άγιε μου, προστάτη μου βοήθησέ με να φτάσω στο ασκητήριό σου.
Και τότε, ω του θαύματος, ένα αστεράκι κατέβαινε από τον ουρανό και φώτιζε το μονοπάτι μπροστά του!!!
Έτσι έβλεπε και έφτανε στη σπηλιά του Αγίου, όπου πολλές φορές τον περίμενε ο ίδιος ο Άγιος Δαβίδ!
Σε μία γυναίκα έδωσε το φως της και έκανε καλά το πόδι της, που είχε πρηστή σαν τούμπανο. Της εμφανίστηκε στον ύπνο της και, χωρίς να γνωρίζη το όνομά του, τον επικαλέστηκε.
Άλλη γυναίκα, δεν είχε παιδί. Ακούμπησε στο λείψανο του Αγίου και είπε: «Άγιέ μου, ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων, σε παρακαλώ να μου χαρίσης ένα παιδί». Στον χρόνο επάνω απέκτησε παιδί.
Όταν την Μεγάλη Τεσσαρακοστή βγαίνη η αγία Κάρα του, πάντα βρέχει στο χωριό, έστω κι αν όλη την ημέρα ο ήλιος καίη.
Ο Άγιος, κατά την πίστη θαυματουργεί. Κατά το «η πίστις σου σέσωκέ σε», ενεργεί το θαύμα. Γι αυτό, συνέχεια ο κόσμος κάνει ευχαριστήριες Λειτουργίες.
Σας λέω πραγματικά ότι εγώ θα έπρεπε να είχα πεθάνει το 1967. Σαράντα επτά χρονών που ήμουν τότε, που μου κάνανε τέσσερις φορές εγχείρηση και έπρεπε να είχα πεθάνει. Έσπασε ο σκωληκοειδίτης, οκτώ ημέρες μέσα στο Μοναστήρι και, όταν σπάση ο σκωληκοειδίτης και κάτι άλλες παθήσεις, ζει ο άνθρωπος; Εγώ έζησα, ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε γιατρό, ούτε κανέναν, είχα ως μεγαλύτερο γιατρό τον όσιο Δαυΐδ και τον άγιο Ιωάννη τον Ρώσσο, αυτοί με βοηθήσανε το ’67. Και τώρα πάλι με τόση και τόση ταλαιπωρία που έχω, πάλι με βοηθάει η Χάρις του Αγίου. Εκεί που λέγω ότι είμαι θνητός, πεθαμένος, νεκρός και άταφος, μου δίνει το κουράγιο και στέκομαι στο πόδι. Ό,τι μπορώ να, δύο λογάκια πνευματικά να πω σ έναν χριστιανό. Τα θαύματα του Αγίου, αγαπητοί πατέρες και ευσεβείς χριστιανοί, είναι πολλά.
Εγώ την έχω την ζάλη χρόνια ολόκληρα, αλλά δεν υπολογίζω τα παθήματα του νυν καιρού. Κάνω υπομονή, παίρνω και κάτι φάρμακα, με συγχωρείτε, τα φάρμακα που παίρνω πέφτει η πίεση και με πιάνει μια υπνηλία κάθε πρωί εκεί στην εκκλησία, αλλά πάντα αγωνίζομαι; «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο». «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». «Δοκιμάζει ο Θεός». «Δόξα σοι ο Θεός». Εδώ τόσα και τόσα θαύματα (γίνονται). Τώρα τον Ιανουάριο είχε κάνει ένα θαύμα ο Άγιος στο Λονδίνο. Ένας ευσεβής άνθρωπος της προσευχής είχε καρκίνο στο συκώτι και παρεκάλεσαν τον άγιο Δαυΐδ, να μην τα πολυλογώ, ήρθαν στην Μονή να τους σταυρώσω με την αγία Κάρα και, ω του θαύματος! εθεραπεύθη και (τώρα) είναι πολύ καλά στην υγεία του.
Παραπονιόμουν στον όσιο Δαυΐδ για τις ελιές που έκοψε εκείνος ο ασεβής και έλεγα: «Άγιέ μου Δαυΐδ, εγώ τα άφησα όλα και τώρα ήρθα να κοιτάξω τις δικές σου τις δουλειές σε τόσα κτήματα;». Από το τέμπλο, παιδιά μου, ακούστηκε ένας κρότος μέρα μεσημέρι, δηλαδή φεύγει από το τέμπλο, με συγχωρείτε, η αγία του εικόνα και στέκεται ένας καλόγερος στην βόρεια πύλη του ιερού, εκεί που είναι ο ταξιάρχης Μιχαήλ, και λέει: «Πάτερ μου, μη στενοχωριέσαι, διότι η μεγαλύτερη αρρώστια για τον άνθρωπο είναι η στενοχώρια». Και έγινε αμέσως άφαντος μετά από αυτό και πήγε στην θέση του (στο τέμπλο). Σας το διδάσκω, παιδιά μου, να το ξέρετε· η μεγαλύτερη αρρώστια για τον άνθρωπο είναι η στενοχώρια.
Γράφει ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, πνευματικό τέκνο του Γέροντος : Εντύπωση προκαλούσε η άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ. Όταν κάποτε οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες ήρθαν, για να πάρουν την κάρα του οσίου στο χωριό τους με σκοπό να βρέξει εκείνη την άνυδρη χρονιά, ο γέροντας πήγε μπροστά στην εικόνα του οσίου και του μίλησε, μάλλον τον διέταξε μετά παρρησίας: «Γέρο, ήρθαν οι χωριανοί σου να σε πάνε στους Λιβανάτες για την ανομβρία. Σε παρακαλώ τώρα, που θα πάμε, να μπουμπουνίσεις. Πρόσεξε, μη με προσβάλεις!». Και ο Όσιος Δαβίδ τον άκουσε αμέσως. Μετά την παράκληση άρχισαν δυνατές βροχές. Αυτή την άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ, την περιέγραφε σαν ένα τηλέφωνο: «Εγώ, παιδί μου, τα λέγω στο αυτί του αγίου, και αυτός ανοίγει γραμμή με τον Χριστό μας!».
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης διηγείται θαύματα του οσίου Δαβίδ.
Πόσες φορές τον άγιο Δαυΐδ τον έχομε δει ζωντανό! Θα πήτε, «πώς τον βλέπετε, πάτερ;». Σαν ένας μοναχός, χτυπά το σήμαντρο μόνος του, χτυπά την καμπάνα και μπαίνουμε και ‘ρχόμαστε στην Εκκλησία και βλέπουμε έναν γέροντα, έναν καλόγερο. Τον βλέπομε να μπαίνη στο Ιερό και γίνεται άφαντος. Πόσες φορές μίλησα μαζί του!
Συχνά βλέπω τον άγιο Δαυΐδ οφθαλμοφανώς σαν καλόγερο μέσα στην Εκκλησία. Παρακαλώ τον Άγιο: «Όπως με φροντίζεις εδώ στο επίγειο Μοναστήρι σου, Άγιέ μου, να με φροντίζης και στο ουράνιο».
Εδώ στο Μοναστήρι όλοι έρχονται για τον Άγιο, σπάνια έρχεται κανείς για τον τόπο! (Ενώ πολύς κόσμος πήγαινε να δη τον ίδιο, τον Γέροντα). Πολλές φορές το βράδυ είμαι άρρωστος, αλλά το πρωί σηκώνομαι για την θεία Λειτουργία.
Σκέφτομαι ότι ίσως να είναι η τελευταία και παρακαλώ τον Άγιο: «Άγιέ μου Δαυΐδ, εσύ να λειτουργήσης» και γίνομαι καλά και λειτουργώ.
Λέω το πρωί του Αγίου: «Άγιέ μου Δαυΐδ, έχω τώρα τα πόδια, την δισκοπάθεια, την καρδιά μου, αν με βοηθήσης θα λειτουργήσω, αν δεν με βοηθήσης, βγες μόνος και λειτούργα».
Μου λένε: «Πρόσεχε στην Λειτουργία, μην σε κόψη κανένας κρύος ιδρώτας και πέσης, ουαί και αλλοίμονό σου!». Εγώ όμως έκανα τον σταυρό μου και λέω, «περιμένουν αυτοί οι πονεμένοι άνθρωποι (βοήθεια)».
Όταν μπήκα στην Λειτουργία, δεν ξέρω, δεν αισθανόμουνα κόπο, τίποτε, με βοηθά η Χάρις του Θεού. Η προσευχή στηρίζει τον άνθρωπο. Παιδιά μου, δεν λειτουργάω εγώ, άλλος λειτουργάει.
Κάποτε –έλεγε ο Γέροντας Ιάκωβος– ήρθε εδώ στο Μοναστήρι ένας νέος (ο οποίος) ήθελε να καλογερέψη, να αφιερωθή και να υπηρετήση την Μονή του Οσίου Δαυΐδ, όμως ήταν σπανός, δεν είχε καθόλου γένεια.
Πώς θα γινόταν καλόγερος; Αυτό τον στενοχωρούσε, αλλά προσευχήθηκε στον Άγιο και του έδωσε μία γενειάδα και δεν προλάβαινε να ξυριστή. Είναι πολύ θαυματουργός ο άγιος Δαυΐδ• ό,τι ανάγκες έχω και του ζητάω, (όλα) μου τα δίνει απλόχερα.
(Ο νέος αυτός ήταν ο ίδιος ο Γέροντας, κατά την μαρτυρία του π. Παύλου Τσουκνίδα).
Πριν πέντε ημέρες, πέρασε ένας από την Λάρισα, αυτός είχε στο στομάχι την σοβαρή ασθένεια. Ζήτησε εμένα, αλλά εγώ δεν πηγαίνω, αποφεύγω λιγάκι, να μην έχω τις φιλοδοξίες και αυτά και με βλέπη ο κόσμος, είπα στον π. Κύριλλο, τον σταύρωσε με την αγία Κάρα, μέχρι να πάη στην Λάρισα ο άνθρωπος έγινε τελείως καλά. Έρχεται και την άλλη μέρα πάλι και λέει ότι «με βοήθησες πάτερ, με την Χάρη του Αγίου, και ήρθα να σου πω το θαύμα του Αγίου. Εθεραπεύθην και έγινα τελείως καλά και ήρθα να τον ευχαριστήσω»
Είναι πολύ θαυματουργός ο Άγιος. Δεν περνάει ώρα, δεν θα περάση η ημέρα, χωρίς να το δείξη το θαύμα του ο Άγιος.
Μου λέει ο Δημήτρης: «Πάτερ μου, στο κτήμα μας δεν υπάρχει νερό και θέλουμε να ανοίξουμε πηγάδι».
– Ε, και τι θες, Δημήτρη, από εμένα;
– Πάτερ, μου λέει, κάνε μια προσευχή στον Άγιο και πες μας (αν) θα βρούμε νερό στο κτήμα αυτό το μεγάλο. Είμαστε επτά αδέλφια και θα ξεραθούνε οι ελιές μας.
– Δημήτρη μου, λέω, έχε πίστη Θεού, μην στεναχωριέστε. Νερό θα βρήτε ποτάμι.
– Πάτερ, πώς θα το βρούμε;
– Να, πάρτε την εικονίτσα του οσίου Δαυΐδ που σας έχω δώσει, σε όποιο σημείο θέλετε μέσα στο κτήμα σας εκεί που είναι κατάλληλο για να ανοίξετε το πηγάδι βάλτε εκεί την εικονίτσα του οσίου Δαυΐδ, ράντισε και με λίγο αγιασμό, κάντε το σημείο του Σταυρού, να πης το «Πάτερ ημών» και το τροπάριο του οσίου Δαυΐδ και να χτυπήσετε. Μόλις χτυπήσετε, τέκνο μου, με συγχωρείτε, το νερό βρίσκεται στην επιφάνεια της γης. Το κάνανε και βρήκαν ποτάμι νερό.
– Τώρα πάτερ μου, μου λέει, τόσο (πολύ) νερό (που βρήκαμε) δίνουμε και σε άλλους ανθρώπους εδώ στην Κόρινθο και ποτίζουνε τα περιβόλια τους και τα χωράφια τους.
Όταν έχουμε πίστη και ζητήσουμε κάτι από τον Θεό θα μας το δώση. Ό,τι ζητούσα παιδιόθεν, ο Θεός μου το χάριζε.
Κάποτε, ήμασταν μ’ έναν αδελφό εδώ στην Μονή και τον λέγανε π. Ακάκιο, αυτός έφυγε απ’ το Μοναστήρι και πήγε στην Αλόννησο. Λοιπόν, ένα βραδάκι κατά τις 8 Νοεμβρίου πριν λίγα χρόνια, κάναμε μια παράκληση στον άγιο Νεκτάριο.
Όπως ήμασταν και οι δυό πατέρες στο μέσον της εκκλησίας, στο εικονοστάσι εκεί είχαμε την εικονίτσα του αγίου Νεκταρίου και ψάλλαμε την παράκληση του Αγίου. Λέω, «δεν πηγαίνω καλύτερα πίσω απ’ την Ωραία Πύλη να διαβάσω το Ευαγγέλιον εις Ιεράρχην από την Ωραία Πύλη; και ‘δω το ίδιο είναι, αλλά ας πάω στην Ωραία Πύλη να πω απ’ το Ιερό το άγιον Ευαγγέλιον».
Μόλις μπήκα μέσα από την Βόρεια πύλη, βλέπω έναν Γέροντα σαν τον π. Σεραφείμ, μ’ ένα μπαστούνι, με το κουκούλι όπως φοράμε εμείς οι μοναχοί, τον βλέπω στο δεξιό μέρος της αγίας Τραπέζης. (Απόρησα και ρώτησα τον π. Ακάκιο): «Πατέρα Ακάκιε, εμείς δύο πατέρες είμαστε και ψάλλουμε την παράκληση του αγίου Νεκταρίου, ο τρίτος παπάς από πού ήρθε;».
(Και ρωτώ και τον ίδιο): «Πάτερ, δεν μου λες από πού μπήκες; από πού ήρθες;». Νύχτα (ήταν), δέκα η ώρα. Σα να εμειδίασε, χαμογέλασε, άστραψε το πρόσωπό του σαν ήλιος, στο Ιερό δεν είχαμε ούτε φώτα, ούτε τίποτα, μόνον ένα καντηλάκι.
«Άκουσε πάτερ, του λέω, εάν δεν φύγης έξω απ’ το Ιερό, εγώ δεν πάω στην Ωραία Πύλη να (την) ανοίξω, ούτε στην αγία Τράπεζα να πάρω το Ευαγγέλιο και να πω το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη».
Μετά, του λέω, «Άντε, πάτερ, σε παρακαλώ, τώρα βγείτε έξω απ’ το Ιερό. Πάτερ, δεν μπορώ να πάω να προσκυνήσω στην αγία Τράπεζα, βγείτε έξω απ’ το Ιερό για να πω το Ευαγγέλιο, ήρθε η ώρα τώρα». Χαμογέλασε και βλέπω ότι φεύγει από το Ιερό, απ’ την νότια πόρτα.
(Είπα): «Τώρα που έφυγε θα πάω να πω το Ευαγγέλιο». Άνοιξα την Ωραία Πύλη, πήρα το Ευαγγέλιο και κοίταξα, με συγχωρείτε, όχι πονηρά αλλά μήπως γυρίση πίσω. Έλεγα το Ευαγγέλιο και με το μάτι μου έβλεπα μήπως έρθη ο Άγιος. Πήγε μπροστά στην εικόνα του και έγινε άφαντος. Είχε φύγει απ’ το τέμπλο –βλέπετε (είναι) ζωντανή εικόνα θαυματουργικιά– και πήγε μέσα στο Ιερό και μετά ετακτοποιούνταν μέσα στην θέση του τέμπλου, όπως είναι ο Άγιος στη θέση του. Είπα το Ευαγγέλιο, τελείωσε η Παράκληση, και ρώτησα:
– Πάτερ Ακάκιε, άκουσες κανένα κτύπο, είδες κανέναν Ιερέα, δεν άκουσες τι σου έλεγα;
– Όχι πάτερ, δεν άκουσα (τίποτα, μόνο) άκουσα έναν κτύπο αλλά πού να ξέρω; καμμιά πόρτα θα χτύπησε απ’ τον αέρα.
– Παπάς ήταν μέσα στην αγία Τράπεζα.
– Όχι δεν είδα, τίποτα.
Όταν νύχτωνε και οι πατέρες ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Γέροντας Ιάκωβος άνοιγε το πίσω πορτάκι της Μονής και μέσα στη νύχτα ξεκινούσε για το ασκητήριο-σπηλιά του Οσίου Δαβίδ. Από το πυκνό σκοτάδι όμως δεν έβλεπε καθόλου να προχωρήσει ανάμεσα στους γκρεμούς, τα βράχια και την πυκνή βλάστηση, οπότε παρακαλούσε τον Όσιο να τον βοηθήσει:
–Εσύ, Άγιε μου, προστάτη μου βοήθησέ με να φτάσω στο ασκητήριό σου.
Και τότε, ω του θαύματος, ένα αστεράκι κατέβαινε από τον ουρανό και φώτιζε το μονοπάτι μπροστά του!!!
Έτσι έβλεπε και έφτανε στη σπηλιά του Αγίου, όπου πολλές φορές τον περίμενε ο ίδιος ο Άγιος Δαβίδ!
Όσιος Δαβίδ ο Γέρων, ο εν Ευβοία Εορτάζει στις 1 Νοεμβρίου
11:18 μ.μ.
|
Ο όσιος πατήρ Δαυίδ γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα στο παραθαλάσσιο χωριό Γαρδινίτζα, αντίκρυ της νήσου Ευβοίας. Ο πατέρας του ήταν ευσεβής και ενάρετος ιερέας. Μόλις τριών ετών, ο Δαυίδ είδε μια νύκτα να του φανερώνεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και να τον οδηγεί στην γειτονική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στο όνομά του. Έμεινε εκεί, όρθιος και ανυπόδητος για έξι ημέρες, βυθισμένος στη θεωρία, ενώπιον της εικόνας του Προδρόμου. Αναθρεμμένος από την πιο τρυφερή του ηλικία με τις αρχές της υπακοής απέναντι στους γονείς του, της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής, άφησε το πατρικό του σπίτι σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, προς αναζήτηση ενός πνευματικού πατέρα. Τον βρήκε στο πρόσωπο του ιερομονάχου Ακακίου, ονομαστού για τις αρετές του και το ευαγγελικό κήρυγμά του στα χωριά της περιοχής.
Ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μια μονή περισσότερο προχωρημένη στην πνευματική ζωή, τον ακολούθησε πρώτα στην Όσσα, κοντά στον Όλυμπο, εν συνεχεία δε, αφού χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους. Ο Ακάκιος μετέβη μόνος του στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα.
Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Αν και ζούσε εν μέσω της τύρβης του κόσμου ο Δαυίδ δεν χαλάρωσε διόλου τις νηστείες, τις ολονύκτιες προσευχές, τις αναρίθμητες μετάνοιες και την απόλυτη υπακοή στον πνευματικό του πατέρα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστηκε ηγούμενος της Μονής της Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βαρνάκοβας, κοντά στην Ναύπακτο.
Ο ζήλος του όμως και οι πνευματικές του απαιτήσεις ήρθαν σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς αδιάφορους οι οποίοι δεν επιθυμούσαν παρά να ακολουθούν το ίδιόν τους θέλημα. Εγκατέλειψε λοιπόν το μοναστήρι τούτο προς αναζήτηση ενός τόπου πρόσφορου για την ησυχία. Εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο, στο όρος Στείρι, κοντά στον Παρνασσό. Εκεί δέχθηκε την επίθεση πολλών σατανικών πειρασμών.
Με την κατηγορία ότι έδωσε καταφύγιο σε ένα σκλάβο φυγά, συνελήφθη από τους Τούρκους και υποβλήθηκε επί μακρόν σε βασανιστήρια. Κατόπιν, απελευθερώθηκε με λύτρα που μάζεψαν οι πιστοί της περιοχής και αναχώρησε για να βρει καινούριο ησυχαστήριο στη νήσο Εύβοια. Εκεί ξανάχτισε μια εκκλησία προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και δεν άργησε να συγκεντρώσει γύρω τους μερικούς μαθητές που συμμερίζονταν την πολιτεία του και την αγάπη του για την προσευχή.
Μιμούμενος τον Χριστό, ο Δαυίδ έδειχνε απεριόριστη αγάπη για όσους έρχονταν σε αυτόν ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τους οποίους δεν μπορούσε να βλέπει δίχως να χύνει δάκρυα. Μοίραζε αφειδώς τα αγαθά της μονής σε όσους είχαν ανάγκη, άξιους και ανάξιους, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Πέρασε έτσι χρόνους πολλούς ανταυγάζοντας γύρω του την παρουσία του Θεού με τις αρετές και τα πολλά του θαύματα.
Ταξιδεύοντας για να μεσολαβήσει στις διχοστασίες που χώριζαν τους επισκόπους της Πελοποννήσου, το πλοίο του ναυάγησε και ο Δαυίδ σώθηκε από θαύμα. Έχοντας αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία και προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του. Μάζεψε λοιπόν τους μαθητές του, τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές οδηγίες του και εκοιμήθη εν ειρήνη τη στιγμή που εμπιστευόταν σε όσους έστεκαν γύρω του ότι μόλις του φανερώθηκε ο Χριστός. Μετά την κοίμηση του αγίου (εν έτει 1589 ή 1601), πλήθος θαυμάτων έλαβαν χώρα στον τάφο του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Εκδόσεις Ίνδικτος , Νοέμβριος σ.17-19.
Ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μια μονή περισσότερο προχωρημένη στην πνευματική ζωή, τον ακολούθησε πρώτα στην Όσσα, κοντά στον Όλυμπο, εν συνεχεία δε, αφού χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους. Ο Ακάκιος μετέβη μόνος του στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα.
Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Αν και ζούσε εν μέσω της τύρβης του κόσμου ο Δαυίδ δεν χαλάρωσε διόλου τις νηστείες, τις ολονύκτιες προσευχές, τις αναρίθμητες μετάνοιες και την απόλυτη υπακοή στον πνευματικό του πατέρα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστηκε ηγούμενος της Μονής της Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βαρνάκοβας, κοντά στην Ναύπακτο.
Ο ζήλος του όμως και οι πνευματικές του απαιτήσεις ήρθαν σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς αδιάφορους οι οποίοι δεν επιθυμούσαν παρά να ακολουθούν το ίδιόν τους θέλημα. Εγκατέλειψε λοιπόν το μοναστήρι τούτο προς αναζήτηση ενός τόπου πρόσφορου για την ησυχία. Εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο, στο όρος Στείρι, κοντά στον Παρνασσό. Εκεί δέχθηκε την επίθεση πολλών σατανικών πειρασμών.
Με την κατηγορία ότι έδωσε καταφύγιο σε ένα σκλάβο φυγά, συνελήφθη από τους Τούρκους και υποβλήθηκε επί μακρόν σε βασανιστήρια. Κατόπιν, απελευθερώθηκε με λύτρα που μάζεψαν οι πιστοί της περιοχής και αναχώρησε για να βρει καινούριο ησυχαστήριο στη νήσο Εύβοια. Εκεί ξανάχτισε μια εκκλησία προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και δεν άργησε να συγκεντρώσει γύρω τους μερικούς μαθητές που συμμερίζονταν την πολιτεία του και την αγάπη του για την προσευχή.
Μιμούμενος τον Χριστό, ο Δαυίδ έδειχνε απεριόριστη αγάπη για όσους έρχονταν σε αυτόν ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τους οποίους δεν μπορούσε να βλέπει δίχως να χύνει δάκρυα. Μοίραζε αφειδώς τα αγαθά της μονής σε όσους είχαν ανάγκη, άξιους και ανάξιους, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Πέρασε έτσι χρόνους πολλούς ανταυγάζοντας γύρω του την παρουσία του Θεού με τις αρετές και τα πολλά του θαύματα.
Ταξιδεύοντας για να μεσολαβήσει στις διχοστασίες που χώριζαν τους επισκόπους της Πελοποννήσου, το πλοίο του ναυάγησε και ο Δαυίδ σώθηκε από θαύμα. Έχοντας αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία και προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του. Μάζεψε λοιπόν τους μαθητές του, τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές οδηγίες του και εκοιμήθη εν ειρήνη τη στιγμή που εμπιστευόταν σε όσους έστεκαν γύρω του ότι μόλις του φανερώθηκε ο Χριστός. Μετά την κοίμηση του αγίου (εν έτει 1589 ή 1601), πλήθος θαυμάτων έλαβαν χώρα στον τάφο του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Εκδόσεις Ίνδικτος , Νοέμβριος σ.17-19.
Οι τελευταίοι λόγοι του οσίου Δαυΐδ του Γέροντος του εν Ευβοία :
«Πατέρες, αδελφοί και τέκνα μου! Πρόκειται να πορευθώ προς τον Κύριο μου ο οποίος με προσκαλεί. Εσείς γνωρίζετε τούς κανόνες της μοναχικής ζωής. Ακολουθείστε τους λοιπόν και μην αμελείτε· να είστε πάντοτε αφοσιωμένοι, με την ψυχή και το νου σας, στην ιερά προσευχή· να δοξολογείτε τον Δεσπότη Χριστό, τον γλυκύτατο Ιησού και Σωτήρα του παντός, ενώ μεταξύ σας να έχετε την αγάπη του Θεού, ώστε να εκπληρώνεται ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσα τους (Ματθ. 18, 20). Να σκέπτεσθαι διαρκώς τον θάνατο και να θυμάστε πάντοτε τα κάλλη του νοητού παραδείσου. Να αποφεύγετε τούς πονηρούς λογισμούς και να εξομολογείστε μόνο σε δοκιμασμένους πνευματικούς, ώστε να διορθώνετε τούς πονηρούς λογισμούς και να έχετε την ουράνια χάρη. Να αποφεύγετε τη φιλία του κόσμου, να έχετε ταπείνωση, πραότητα, υπακοή και να καταγίνεσθε με την ανάγνωση και τη μελέτη των θείων Γραφών.
Να ελεείτε όσους έχουν ανάγκη και προπαντός να εκτιμάτε την πνευματική πτώχεια. Να υπομένετε κάθε θλίψη και στενοχώρια, να πενθείτε και να κλαίτε για τα πλημμελήματά σας και πάντοτε να γρηγορείτε στους πόνους, τούς κόπους και τις κακουχίες, για να απολαύσετε εκείνη την ανεκλάλητη χαρά, εννοώ την ουράνια Βασιλεία».
«Πατέρες, αδελφοί και τέκνα μου! Πρόκειται να πορευθώ προς τον Κύριο μου ο οποίος με προσκαλεί. Εσείς γνωρίζετε τούς κανόνες της μοναχικής ζωής. Ακολουθείστε τους λοιπόν και μην αμελείτε· να είστε πάντοτε αφοσιωμένοι, με την ψυχή και το νου σας, στην ιερά προσευχή· να δοξολογείτε τον Δεσπότη Χριστό, τον γλυκύτατο Ιησού και Σωτήρα του παντός, ενώ μεταξύ σας να έχετε την αγάπη του Θεού, ώστε να εκπληρώνεται ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσα τους (Ματθ. 18, 20). Να σκέπτεσθαι διαρκώς τον θάνατο και να θυμάστε πάντοτε τα κάλλη του νοητού παραδείσου. Να αποφεύγετε τούς πονηρούς λογισμούς και να εξομολογείστε μόνο σε δοκιμασμένους πνευματικούς, ώστε να διορθώνετε τούς πονηρούς λογισμούς και να έχετε την ουράνια χάρη. Να αποφεύγετε τη φιλία του κόσμου, να έχετε ταπείνωση, πραότητα, υπακοή και να καταγίνεσθε με την ανάγνωση και τη μελέτη των θείων Γραφών.
Να ελεείτε όσους έχουν ανάγκη και προπαντός να εκτιμάτε την πνευματική πτώχεια. Να υπομένετε κάθε θλίψη και στενοχώρια, να πενθείτε και να κλαίτε για τα πλημμελήματά σας και πάντοτε να γρηγορείτε στους πόνους, τούς κόπους και τις κακουχίες, για να απολαύσετε εκείνη την ανεκλάλητη χαρά, εννοώ την ουράνια Βασιλεία».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(Atom)
Blog Archive
-
▼
2026
(286)
- ► Σεπτεμβρίου (34)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2025
(374)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2024
(368)
- ► Δεκεμβρίου (31)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2023
(364)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (27)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2022
(349)
- ► Δεκεμβρίου (31)
- ► Σεπτεμβρίου (32)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (31)
-
►
2021
(350)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2020
(359)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (31)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (31)
-
►
2019
(404)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (34)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2018
(425)
- ► Δεκεμβρίου (36)
- ► Σεπτεμβρίου (36)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (38)
-
►
2017
(427)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (35)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (46)
-
►
2016
(418)
- ► Δεκεμβρίου (39)
- ► Σεπτεμβρίου (39)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (41)
-
►
2015
(419)
- ► Δεκεμβρίου (35)
- ► Σεπτεμβρίου (42)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2014
(377)
- ► Δεκεμβρίου (35)
- ► Σεπτεμβρίου (31)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (35)
-
►
2013
(367)
- ► Δεκεμβρίου (34)
- ► Σεπτεμβρίου (28)
- ► Φεβρουαρίου (32)
- ► Ιανουαρίου (23)
-
►
2012
(37)
- ► Δεκεμβρίου (17)
- ► Σεπτεμβρίου (7)
Από το Blogger.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
13/9 Κυριακή απόγευμα: 18:30 Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ΄ αρτοκλασίας. 14/9 ΔΕΥΤΕΡΑ «Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ»: Θεία Λειτουργία...
-
Μὲ λαμπρότητα καὶ κάθε ἐπισημότητα ἐτελέσθη τὸ Σάββατο 26.9.2026, ὁ Πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς στὸν μεγαλοπρεπῆ καὶ κατάμεστο ἀπὸ πιστοὺς Νέο Ἱερ...
-
Συνήλθε σήμερα Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014, σε πρώτη τακτική Συνεδρία η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προε...
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
▼
2026
(286)
- ► Σεπτεμβρίου (34)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2025
(374)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2024
(368)
- ► Δεκεμβρίου (31)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2023
(364)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (27)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2022
(349)
- ► Δεκεμβρίου (31)
- ► Σεπτεμβρίου (32)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (31)
-
►
2021
(350)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (30)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2020
(359)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (31)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (31)
-
►
2019
(404)
- ► Δεκεμβρίου (32)
- ► Σεπτεμβρίου (34)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (33)
-
►
2018
(425)
- ► Δεκεμβρίου (36)
- ► Σεπτεμβρίου (36)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (38)
-
►
2017
(427)
- ► Δεκεμβρίου (33)
- ► Σεπτεμβρίου (35)
- ► Φεβρουαρίου (29)
- ► Ιανουαρίου (46)
-
►
2016
(418)
- ► Δεκεμβρίου (39)
- ► Σεπτεμβρίου (39)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (41)
-
►
2015
(419)
- ► Δεκεμβρίου (35)
- ► Σεπτεμβρίου (42)
- ► Φεβρουαρίου (30)
- ► Ιανουαρίου (32)
-
►
2014
(377)
- ► Δεκεμβρίου (35)
- ► Σεπτεμβρίου (31)
- ► Φεβρουαρίου (28)
- ► Ιανουαρίου (35)
-
►
2013
(367)
- ► Δεκεμβρίου (34)
- ► Σεπτεμβρίου (28)
- ► Φεβρουαρίου (32)
- ► Ιανουαρίου (23)
-
►
2012
(37)
- ► Δεκεμβρίου (17)
- ► Σεπτεμβρίου (7)






