Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος (27 Μαΐου)

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, περὶ τὸ 1690, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους. Ὅταν ἔφθασε σὲ νόμιμη ἡλικία στρατεύθηκε, ἐνῶ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος. Ἔλαβε μέρος στὸν πόλεμο ποὺ ἔκανε ἐκεῖνος ὁ τολμηρὸς τσάρος ἐναντίον τῶν Τούρκων κατὰ τὸ 1711, καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τατάρους. Οἱ Τάταροι τὸν πούλησαν σὲ ἕναν Ὀθωμανὸ ἀξιωματικὸ Ἵππαρχο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Προκόπιον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ ὁποῖο βρίσκεται πλησίον στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ ἀγᾶς τὸν πῆρε μαζί του στὸ χωριό του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους συμπατριῶτες του ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγιναν Μουσουλμάνοι, εἴτε γιατὶ κάμφθηκαν ἀπὸ τὶς ἀπειλές, εἴτε γιατὶ δελεάστηκαν ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς προσφορὲς ὑλικῶν ἀγαθῶν.
Ὁ Ἰωάννης, ὅμως, ἦταν ἀπὸ μικρὸς ἀναθρεμμένος μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων του. Ἦταν ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὅπου τοὺς σοφίζει ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως κήρυξε ὁ σοφὸς Σολομών, λέγοντας: «Ὁ δίκαιος εἶναι γνωστικὸς καὶ στὴ νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δὲν εἶναι τὸ πολυχρόνιο, οὔτε μετριέται μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐτῶν. Ἡ φρονιμάδα στοὺς νέους ἀνθρώπους εἶναι σεβάσμια ὡσὰν νὰ εἶναι φέροντες καὶ ὁ καθαρὸς βίος τοὺς κάνει ὡσὰν νὰ εἶναι γέροντες πολύμαθοι».
Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ὁ μακάριος Ἰωάννης, ἔχοντας τὴν σοφία ποὺ δίδει ὁ Θεὸς σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονὴ στὴ δουλεία καὶ στὴν κακομεταχείρηση τοῦ ἀφέντη του καὶ στὶς ὕβρεις καὶ τὰ πειράγματα τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποίοι τὸν φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδὴ ἄπιστο, φανερώνοντάς του τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθειά τους. Στὸν ἀφέντη του καὶ σὲ ὅσους τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του, ἀποκρινόταν μὲ σθεναρὴ γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ πέσει σὲ τέτοια φοβερὴ ἁμαρτία. Στὸν ἀγᾶ εἶπε: «Ἐὰν μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερο στὴν πίστη μου, θὰ εἶμαι πολύ πρόθυμος στῖς διαταγές σου. Ἄν μὲ βιάσεις νὰ ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τὴν κεφαλή μου, παρὰ τὴν πίστη μου. Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω».
Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν πίστη του καὶ ἀκούγοντας τὴν ὁμολογία του, μαλάκωσε τὴν σκληρὴ καρδιὰ τοῦ ἀγᾶ καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὸν συμπάθησε. Σὲ αὐτὸ συνήργησε καὶ ἡ μεγάλη ταπείνωση ὅπου στόλιζε τὸν Ἰωάννη, καθὼς καὶ ἡ πραότητά του.
Ἔμεινε, λοιπόν, ἥσυχος ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλὲς τοῦ Ὀθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διορισμένο στὸν σταῦλο του, γιὰ νὰ φροντίζει τὰ ζῶα του. Σὲ μία γωνιὰ τοῦ σταύλου ξάπλωνε τὸ κουρασμένο σῶμα του καὶ ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τὸν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ὡς κλίνη τὴ φάτνη στὴν ὁποία ἀνεκλίθη κατὰ τὴν γέννησή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦταν δὲ ἀφοσιωμένος στὸ ἔργο του, περιποιούμενος μὲ στοργὴ τὰ ζῶα τοῦ κυρίου του, τὰ ὁποῖα αἰσθάνονταν τόση τὴν πρὸς αὐτὰ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου, ὥστε νὰ τὸν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νὰ τὸν προσβλέπουν μὲ ἀγάπη καὶ νὰ χρεμετίζουν μὲ χαρὰ ὅταν τὰ χάϊδευε, ὡσὰν νὰ συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μὲ τὸν καιρὸ ὁ ἀγᾶς τὸν ἀγάπησε, καθὼς καὶ ἡ σύζυγός του, καὶ τοῦ ἔδωσαν γιὰ κατοικία ἕνα μικρὸ κελλὶ κοντὰ στὸν ἀχυρώνα. Ὅμως ὁ Ἰωάννης δὲν δέχθηκε καὶ ἐξακολούθησε νὰ κοιμᾶται στὸν σταῦλο, γιὰ νὰ καταπονεῖ τὸ σῶμα του μὲ τὴν κακοπέραση καὶ μὲ τὴν ἄσκηση, μέσα στὴ δυσοσμία τῶν ζώων καὶ στὰ ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ὁ σταῦλος γέμιζε ἀπὸ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς. Ὁ μακάριος Ἰωάννης εἶχε ἐκεῖνο τὸν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καὶ ἐκεῖ πορευόταν κατὰ τοὺς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπὶ ὧρες γονυπετὴς καὶ προσευχόμενος, κοιμώμενος γιὰ λίγο ἐπἀνω στὰ ἄχυρα, χωρὶς ἄλλο σκέπασμα παρὰ μία παλαιὰ κάπα, γευόμενος μὲ διάκριση, πολλὲς φορὲς μόνο λίγο ψωμὶ καὶ νερό, καὶ νηστεύοντας τὶς περισσότερες ἡμέρες.
Συνέχεια ἔψαλλε τοὺς λόγους τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμοὺς σιγόψαλλε καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸ ἄλογο τοῦ ἀφέντη του.
Μὲ τὴν εὐλογία ποὺ ἔφερε ὁ Ἅγιος στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου Ἱππάρχου, αὐτὸς πλούτισε καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ Προκοπίου.
Ὁ Ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτὸς τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, ποὺ ἔκανε ὡς ἀλλος Ἰώβ, πήγαινε τὴ νύχτα καὶ ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη μέσα σὲ ἕνα βράχο καὶ βρισκόταν κοντὰ στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. Ἐκεῖ πήγαινε κρυφὰ τὴ νύχτα, κοινωνοῦσε δὲ κάθε Σάββατο τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», ἐπέβλεψε ἐπὶ τὸν δοῦλο του τὸν πιστὸ καὶ ἔκανε, ὥστε νὰ πάψουν νὰ τὸν περιπαίζουν καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καὶ οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἀφέντης τοῦ Ἰωάννη πλούτισε, ἀποφάσισε νὰ ὑπάγει γιὰ προσκύνημα στὴ Μέκκα, τὴ ἱερὰ πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Ἀφοῦ πέρασαν ἀρκετὲς ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, ἡ σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα καὶ προσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους τοῦ ἀνδρός της, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦν καὶ νὰ εὐχηθοῦν νὰ ἐπιστρέψει ὑγιὴς στὸν οἶκο του ἀπὸ τὴν ἀποδημία. Ὁ μακάριος Ἰωάννης διακονοῦσε στὴν τράπεζα. Παρέθεσαν δὲ σὲ αὐτὴ καὶ ἕνα φαγητό, τὸ ὁποῖο ἄρεσε πολύ στὸν ἀγᾶ, τὸ λεγόμενο πιλάφι, τὸ ὁποῖο συνηθίζουν πολὺ στὴν Ἀνατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε τὸν σύζυγό της καὶ εἶπε στὸν Ἰωάννη: «Πόση εὐχαρίστηση θὰ ἐλάμβανε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καὶ ἔτρωγε μαζί μας ἀπὸ τοῦτο τὸ πιλάφι!». Ὁ Ἰωάννης τότε ζήτησε ἀπὸ τὴν κυρία του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καὶ εἶπε ὅτι θὰ τὸ ἔστελνε στὸν ἀφέντη του στὴ Μέκκα. Στὸ ἄκουσμα τῶν λόγων του γέλασαν οἱ προσκεκλημένοι. Ἀλλὰ ἡ οἰκοδέσποινα εἶπε στὴν μαγείρισσα νὰ δώσει τὸ πινάκιο μὲ τὸ φαγητὸ στὸν Ἰωάννη, σκεπτόμενη ἢ ὅτι ἤθελε νὰ τὸ φάει ὁ ἴδιος μόνος του ἢ νὰ τὸ πάει σὲ καμιὰ φτωχὴ χριστιανικὴ οἰκογένεια, ὅπως συνήθιζε νὰ κάνει, δίδοντας τὸ φαγητό του.
Ὁ Ἅγιος τὸ πῆρε καὶ πῆγε στὸν σταῦλο. Ἐκεῖ γονυπέτησε καὶ ἔκανε προσευχὴ ἐκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ ἀποστείλει τὸ φαγητὸ στὸν ἀφέντη του μὲ ὅποιον τρόπο οἰκονομοῦσε Ἐκεῖνος μὲ τὴν παντοδυναμία Του. Μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε στὴν καρδιά του ὁ Ἰωάννης πίστεψε ὅτι ὁ Κύριος θὰ εἰσακούσει τὴν προσευχή του καὶ τὸ φαγητὸ θὰ πήγαινε θαυματουργικὰ στὴ Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, χωρὶς νὰ ἔχει κανένα δισταγμὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ζήτησε θὰ γινόταν. Καὶ, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ὅτι, δηλαδή, αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα συμβαίνουν σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἁπλούστερη διάνοια καὶ εἶναι θερμότεροι στὴν ἐλπίδα τὴν ὁποία ἔχουν πρὸς τὸν Θεό. Πράγματι! Τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Ὁσίου. Ὁ μακάριος Ἰωάννης ἐπέστρεψε στὴν τράπεζα καὶ εἶπε στὴν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὴ Μέκκα. Ἀκούγοντας οἱ προσκεκλημένοι τὸν λόγο αὐτὸ γέλασαν καὶ εἶπαν ὅτι τὸ ἔφαγε ὁ Ἰωάννης.
Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες γύρισε ἀπὸ τὴν Μέκκα ὁ κύριός του καὶ ἔφερε μαζί του τὸ χάλκινο πιάτο, πρὸς μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκίων του. Μόνο ὁ μακάριος Ἰωάννης δὲν ἐξεπλάγη. Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ ἀγᾶς στοὺς οἰκίους του: «Τὴν δεῖνα ἡμέρα (καὶ ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ συμποσίου, κατὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Ἰωάννης ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὸν ἀφέντη του), τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ μεγάλο τζαμὶ στὸν τόπο ὅπου κατοικοῦσα, βρῆκα ἐπάνω στὸ τραπέζι, σὲ ἕναν ὀντά (δωμάτιο) ὅπου τὸν εἶχα κλειδωμένο, τοῦτο τὸ σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα μὲ ἀπορία, σκεπτόμενος, ποῖος ἄραγε εἶχε φέρει ἐκεῖνο τὸ φαγητό καὶ πρὸ πάντων δὲν μποροῦσα νὰ ἐννοήσω μὲ τὶ τρόπο εἶχε ἀνοίξει τὴν πόρτα, τὴν ὁποία εἶχα κλείσει καλά. Μὴ γνωρίζοντας πῶς νὰ ἐξηγήσω αὐτὸ τὸ παράδοξο πρᾶγμα, περιεργαζόμουν τὸ πιάτο μέσα στὸ ὁποῖο ἄχνιζε τὸ πιλάφι καὶ εἶδα μὲ ἀπορία ὅτι ἦταν χαραγμένο τὸ ὄνομά μου ἐπάνω στὸ χάλκωμα, ὅπως σὲ ὅλα τὰ χάλκινα σκεύη τῆς οἰκίας μας. Ὡστόσο, μὲ ὅλη τὴν ταραχὴ ὅπου εἶχα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο περιστατικό, κάθησα καὶ ἔφαγα τὸ πιλάφι μὲ μεγάλη ὄρεξη, καὶ ἰδοὺ τὸ πιάτο ποὺ τὸ ἔφερα μαζί μου, καὶ εἶναι ἀληθινὰ τὸ δικό μας».
Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ διήγηση οἱ οἰκεῖοι τοῦ Ἱππάρχου ἐξέστησαν καὶ ἀπόρησαν, ἡ δὲ σύζυγός του τοῦ ἐξιστόρησε πῶς ζήτησε ὁ Ἰωάννης τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ καὶ εἶπε ὅτι τὸ ἔστειλε στὴ Μέκκα, καὶ ὅτι, ἀκούγοντάς τον νὰ λέγει ὅτι τὸ ἔστειλε, γέλασαν.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα μαθεύτηκε σὲ ὅλο τὸ χωριὸ καὶ στὴ γύρω περιοχὴ καὶ ὅλοι θεωροῦσαν πλέον τὸν Ἰωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καὶ ἀγαπητὸ στὸν Θεό, τὸν ἔβλεπαν δὲ μὲ φόβο καὶ σεβασμό, καὶ δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ τὸν ἐνοχλήσει. Ὁ κύριός του καὶ ἡ σύζυγός του τὸν περιποιούνταν περισσότερο καὶ τὸν παρακαλοῦσαν πάλι νὰ φύγει ἀπὸ τὸν σταῦλο καὶ νὰ κατοικήσει σὲ ἕνα οἴκημα, τὸ ὁποῖο ἦταν κοντὰ στὸν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε, λοιπόν, τὸν βίο του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρὶν στὴν περιποίηση τῶν ζώων καὶ κάνοντας μὲ προθυμία τὰ θελήματα τοῦ ἀγᾶ.
Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ἔζησε ὁ μακάριος Ἰωάννης μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ χαμευνία, πλησιάζοντας στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἀσθένησε καὶ ἦταν ξαπλωμένος πάνω στὰ ἄχυρα τοῦ σταύλου, τὸν ὁποῖο εἶχε ἁγιάσει μὲ τὶς δεήσεις του καὶ μὲ τὴν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Προαισθανόμενος ὁ Ὅσιος τὸ τέλος του, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ γι’αὐτὸ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἕναν ἱερέα. Ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς φοβήθηκε νὰ μεταφέρει φανερὰ τὰ Ἅγια Μυστήρια στὸ σταῦλο, ἐξαιτίας τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων. Ὅμως σοφίστηκε, κατὰ Θεία φώτιση, καὶ πῆρε ἕνα μῆλο, τὸ ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἔτσι μετέβη στὸ σταῦλο καὶ κοινώνησε τὸν μακάριο Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης, μόλις ἔλαβε τὸ Ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο τόσο ἀγάπησε. Ἦταν τὸ 1730.
Τὸ 1733, τὸ ἀκέραιο καὶ εὐωδιάζον ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου μεταφέρθηκε, μετὰ τὴν ἐκταφή του, ἀρχικὰ στὴ λατομημένη σὲ βράχο ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀργότερα στὸ νεόδμητο ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τέλος στὸ ναὸ ποὺ ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σὲ λάρνακα στὸ δεξιὸ μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ κατέφθαναν ἀναρίθμητοι προσκυνητὲς καὶ πάσχοντες ἀπὸ διάφορα νοσήματα ποὺ εὕρισκαν τὴν θεραπεία τους.
Ὅταν, κατὰ τὸ 1832, ἐπὶ σουλτάνου Μαχμοὺτ τοῦ Β’, ἐπαναστάτησε ἐναντίον του ὁ ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου Ἰμπραχὴμ πασᾶς, ὁ σουλτάνος ἔστειλε ἐναντίον του καὶ τὸν Χαζνετὰρ Ὀγλοὺ Ὀσμὰν πασᾶ μὲ 1.800 στρατιῶτες. Ὁ Ὀσμὰν πασᾶς, ἀφοῦ πέρασε τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔφθασε κοντὰ στὸ Προκόπιο, ὅπου σκεπτόταν νὰ ἀναπαυθεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει τὴν ἄλλη ἡμέρα. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους τοῦ Προκοπίου, σὰν γενίτσαροι ποὺ ἦσαν, μισοῦσαν τὸν σουλτάνο, συμφώνησαν ὅλοι νὰ μὴν δεχθοῦν τὸν Ὀσμὰν πασᾶ στὸ Προκόπι οὔτε στὰ σύνορα. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ ἦσαν πιστοὶ στὸν σουλτάνο, προσπάθησαν νὰ πείσουν τοὺς συμπατριῶτες τους νὰ πειθαρχήσουν στὸν σουλτάνο καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν στρατὸ ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ ἐκεῖνον, λέγοντας μάλιστα σὲ αὐτοὺς ὅτι μπορεῖ ὁ Ὀσμὰν πασᾶς νὰ ἀγανακτίσει καὶ νὰ καταστρέψει τὸ χωριό. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἄλλαζαν γνώμη. Τότε οἱ Χριστιανοὶ πῆραν τὰ γυναικόπαιδα καὶ ἔφυγαν στὰ γύρω χωριὰ καὶ στὶς σπηλιές, γιὰ νὰ μὴν πέσουν θύματα τῆς ἀνόητης ἀντιδράσεως τῶν γενιτσάρων.
Πράγματι, τὴν ἄλλη ἡμέρα, ὅταν ὁ Ὀσμὰν πασᾶς εἰσῆλθε στὸ Προκόπι, τὸ λεηλάτησε καὶ τὸ κατέστρεψε. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες εἰσῆλθαν καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἅρπαξαν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἄνοιξαν τὴ λάρνακα τοῦ Ὀσίου ἐλπίζοντας νὰ βροῦν καὶ ἐκεῖ χρυσαφικὰ καὶ ἀσημικά. Δὲν βρῆκαν ὅμως τίποτε. Ἀπὸ τὸ κακό τους, ποὺ βγῆκαν γελασμένοι καὶ γιὰ νὰ κοροϊδέψουν τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀποφάσισαν νὰ κάψουν τὸ ἱερὸ λείψανο.
Τὸ ἔβαλαν στὸ προαύλιο, μάζεψαν πολλὰ φρύγανα, ἔβαλαν φωτιὰ καὶ ἔριξαν μὲ ἀσέβεια τὸ ἱερὸ σκήνωμα μέσα στὶς φλόγες. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου ὄχι μόνο ἔμεινε ἄφλεκτο, ἀλλὰ καὶ φάνηκε στοὺς ἄπιστους ὅτι ζοῦσε, τοὺς φοβέριζε καὶ τοὺς ἔδιωχνε ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας.
Τὴν ἐπόμενη ἡμέρα γέροντες Χριστιανοὶ βρῆκαν τὰ ἀσημικὰ, ποὺ εἶχαν ἀφήσει ἀπὸ τὸν τρόμο τους οἱ Τούρκοι στρατιῶτες, πῆραν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ τοποθέτησαν πάλι μέσα στὴ λάρνακα.
Τὸ ἱερὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Εὔβοια τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1924 μαζὶ μὲ τοὺς πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸ πλοῖο «Βασίλειος Δεστούνης». Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο βρισκόταν στὴ Ρόδο δὲν προχωροῦσε, ἀλλὰ περιστρεφόταν μέσα στὴ θάλασσα καὶ ἔμενε στὸν ἴδιο τόπο. Ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου φοβήθηκε. Τότε ὁ Παναγιώτης Παπαδόπουλος, ποὺ εἶχε πάρει μαζί του τὸ ἱερὸ λείψανο κρυφά, ἐξήγησε στὸν πλοίαρχο ὅτι μέσα στὸ πλοῖο καὶ μάλιστα στὸ ἀμπάρι ἦταν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου. Ἀμέσως ὁ κυβερνήτης διέταξε τὴν μεταφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος στὸ διαμέρισμα τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦταν ὡς εὐκτήριος οἶκος, ὅπου τὸ ἐναπέθεσαν καὶ ἄναψαν τὸ καντήλι.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον τὸ σκῆνός σου ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΩΣΣΟΥ

 Με τις ευχές και τις ευλογίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Χρυσοστόμου, η Ενορία μας εορτάζει με κάθε Εκκλησιαστική λαμπρότητα την μνήμη του Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, κατα το ακόλουθο πρόγραμμα:

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ

ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟΥ 


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
  • ΤΡΙΤΗ 26 ΜΑΪΟΥ 2015 
11:00 Έξοδος Ιεράς Εικόνος.
19:00 ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ μετ’ Αρτοκλασίας, εις τον οποίο θα ομιλήσει ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Πολυκάρπος Τσιμιτσός, Προϊστάμενος Ι. Ν. Αγίας Φωτεινής Πατρών.
22:00-01:00 Μικρά Αγρυπνία - Θεία Λειτουργία εις την οποία θα ιερουργήσει και θα ομιλήσει ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρεσβυτέρος π. Περικλής Ρίπισης, Εφημέριος Ι. Ν. Παντοκράτορος Πατρών.
  • ΤΕΤΑΡΤΗ 27 ΜΑΪΟΥ 2015 
07:30 ΟΡΘΡΟΣ-ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, θα ιερουργήσει και θα ομιλήσει ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ.κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ.
19:00 ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ - ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ εις τον Όσιο Ιωάννη τον Ρώσσο και εν συνεχεία Λιτάνευσις της εικόνος. Θα χοροστατήσει και θα ομιλήσει ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ.κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ.


ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΛΙΤΑΝΕΙΑΣ : Ελ. Βενιζέλου-Ολύμπου-Κορυτσάς-Μεσολογγίου-Μιχαήλ Ψελλού-Ελ.Βενιζέλου. 

ΘΑ ΤΕΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΟ ΣΚΟΥΦΑΚΙ ΚΑΙ Η ΖΩΝΗ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ

Ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ
Κυριακή 24 Μαΐου 2015

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚΟΥΜ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚΟΥΜ ΣΥΝΟΔΟΥ
Πραξ. Απ. Κ΄ 16-18, 28-36

Γράφει ο Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης

Από τους πλέον συγκινητικούς λόγους του Αποστόλου Παύλου, μας καταγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Κ΄ κεφάλαιο των Πράξεων των Αποστόλων.
Ο Μεγάλος Απόστολος, ως πνευματικός πατέρας, δίνει τις τελευταίες του συμβουλές στους πρεσβυτέρους της Εφέσου. Τους επαναλαμβάνει μέσα σε μια ισχυρά φορτισμένη από συγκίνηση ατμόσφαιρα τις μεγάλες αλήθειες, ότι ο Κύριος και Θεός Ιησούς Χριστός, διά του ιδίου του Αίματος, κατέστησε κτήμα του την Εκκλησία.
Την Εκκλησία η οποία αποτελεί σώμα Χριστού και που οι ποιμένες, από την αρχή έως και το τέλος της ιστορίας, θα πρέπει να προσέχουν, μαζί βέβαια με τους εαυτούς των, και ολόκληρο το ποίμνιο στο οποίο τους τοποθέτησε το Πνεύμα το Άγιον.
Είναι τόσο το βάθος και το ύψος των θείων αυτών αληθειών!
Ο Απόστολος των εθνών «εν βραχύ ρήματι», αποδίδει τις δογματικές, Εκκλησιολογικές και Χριστιανικές αλήθειες, μαζί βέβαια με την αδήριτη ανάγκη για την ποιμαντική μέριμνα και την άγρυπνη προσοχή που θα πρέπει να επιδεικνύουν οι ποιμένες.
Αυτό όμως που στη συνέχεια προξενεί μεγάλη εντύπωση, είναι η προφητεία που εξαγγέλει ο Απόστολος. Μια προφητεία που ισχύει ως ζοφερή πραγματικότητα διαχρονικά : «Εγώ το γνωρίζω ότι μετά την αναχώρησή μου, θα εισβάλουν σ’ εσάς λύκοι άγριοι, που δε θα λυπηθούν το ποίμνιο. Ακόμα και από ανάμεσά σας, θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους». (Πραξ.Απ. Κ΄21-30).
Δεν συγκλονίζει τους ποιμένες και το ποίμνιον της κάθε εποχής, τόσο το γεγονός ότι θα επιπέσουν οι πλανεμένοι και οι αιρετικοί ως άλλοι άγριοι λύκοι για να κατασπαράξουν το λογικό ποίμνιο. Αυτό θα λέγαμε πως το περιμένει κανείς. Εκείνο όμως που στην κυριολεξία θολώνει τον ορίζοντα και κάνει να εμφανίζονται τα μαύρα σύννεφα της απελπισίας, είναι η ξεκάθαρη προφητεία ότι : «Και εξ υμών αυτών, αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα, του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» δηλ. στην πλάνη και στη αίρεση.
Φυσικά, δεν πραγματοποιείται ο λόγος αυτός διότι τον προφήτευσε ο Απόστολος, αλλά τον προφήτευσε, ακριβώς διότι θα ελάμβαναν χώρα τέτοια τραγικά γεγονότα, με αποτέλεσμα ομάδες ολόκληρες να αποσπώνται από το Σώμα του Χριστού.
Μια σύντομη ματιά να ρίξει κανείς στην Εκκλησιαστική ιστορία, με οδύνη θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές.
Βέβαια, το ότι γίνονταν αυτά και γίνονται και φυσικά θα εξακολουθήσουν έως τέλους, τούτο σε καμμία των περιπτώσεων δεν εξασφαλίζει το άλλοθι σε ορισμένους, οι οποίοι ελαφρά τη καρδία, κινούνται σε χώρους οι οποίοι απεργάζονται τελικώς τέτοιου είδους αποτελέσματα. Αποτελέσματα δηλ. τραγικά για την ενότητα του σώματος της Εκκλησίας μας...
Αλλά ποια μπορεί να είναι η ασφαλιστική δικλείδα η οποία μας εξασφαλίζει τη σιγουριά ως προς την ασφαλή πορεία μας, μέσα στους τόσους αγώνες και τις πνευματικές μας αγωνίες;
Ποιες επιτέλους είναι αυτές οι προσωπικότητες που ως φωτεινοί οδοδείκτες μας καθοδηγούν στον υψηλό προορισμό μας, χωρίς να χάσουμε από τα μάτια μας την οδόν;
Ο αμέσως επόμενος στίχος φωτίζει το σημείο που είναι ανάγκη να προσέχουμε απολύτως στην όλη μας πορεία: «Διο γρηγορείτε, μνημονεύοντες ότι τριετίαν νύκτα και ημέραν ουκ επαυσάμην με τα δακρύων νουθετών ένα έκαστον» (Κ΄31).
Οι αυθεντικοί ποιμένες, που στο απαύγασμα του αγώνα τους εκφράζουν όλα όσα υπογραμμίζει ο κήρυκας της οικουμένης, τελικώς είναι αυτοί που μπορούμε αλλά και επιβάλλεται να τους έχουμε εμπιστοσύνη. Και αυτό συμβαίνει διότι, τόσο στο δόγμα, όσο και στο ακέραιο ήθος που οι ίδιοι βιώνουν και κηρύττουν, οι πιστοί αναπαύονται και αισθάνονται την βεβαιότητα της σιγουριάς. Οι ποιμένες αυτοί, είναι τα πρόσωπα που απορρίπτουν τον «χρυσόν και τον άργυρον», που δεν επιθυμούν τον κόσμο και τα του κόσμου, παρά μόνο αγωνίζονται για την σωτηρία του κόσμου.
Αδελφοί μου, δεν έχουμε παρά να γονατίσουμε κι εμείς μαζί με τον Απόστολο Παύλο και να παρακαλέσουμε την Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας μας, τον Κυριό μας Ιησούν Χριστόν, να προστατεύει το ποίμνιον από τους βαρείς λύκους και ταυτοχρόνως να συνέχει το όλο Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, χαρίζοντάς μας ποιμένες γνησίους οι οποίοι θα ζουν και θα κηρύττουν την Αποστολική διδαχή. Αμήν.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων, Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής, η απόδοσή τους στην νεοελληνική.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων
Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής, η απόδοσή τους στην νεοελληνική.
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο
Κεφ. 17, χωρίο 1 έως χωρίο 13
Προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ
ΙΖ´\ Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπάρας ὁ ᾿Ιησοῦς, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω·
5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.
13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε, Πατέρα, ήλθε η ώρα, δόξασε τον υιό σου και η υιός σου θα σε δοξάσει. Γιατί του έδωσες εξουσία πάνω σ' όλους τους ανθρώπους για να δώσει σ' όλους αυτούς πού του έδωσες ζωή αιώνιο. Και αυτή είναι η αιώνιος ζωή, να γνωρίζουν εσένα, πού είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και τον Ιησού Χριστό, πού απέστειλες στον κόσμο. Εγώ σε δόξασα στη γη, τελείωσα το έργο πού μου έδωσες να κάνω, και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, κοντά σου με εκείνη τη δόξα πού είχα μαζί σου πριν από την κτίση του κόσμου. Φανέρωσα το όνομα σου στους ανθρώπους πού μου έδωσες από τον κόσμο, δικοί σου ήταν και τους έδωσες σε εμένα, αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πώς όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα' γιατί εγώ τα λόγια πού μου έδωσες έδωσα σ' αυτούς, και αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν στ' αλήθεια πώς εγώ βγήκα από σένα, και πίστεψαν πώς εσύ με απέστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ, δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς πού μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί ανάμεσα τους. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως βρίσκονται στον κόσμο και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ άγιε, αυτούς πού μου έδωσες φύλαξε τους στο όνομα σου, για να είναι ένα, όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαγα στο όνομα σου, αυτούς πού μου έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ' αυτούς δεν χάθηκε, παρά μόνο ο υιός της απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή. Και τώρα έρχομαι σ' εσένα και λέγω αυτά, ενώ ακόμα βρίσκομαι στον κόσμο, για να είναι γεμάτοι από τη δική μου χαρά.

 Από το βιβλίο των Πράξεων Κεφ. 20, χωρίο 16 έως 18 και από χωρίο 28 έως 36
Πειθαρχία εἰς τοὺς προϊσταμένους
K΄\ 16 ᾿Εν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα.
Αποχαιρετιστήριος ὁμιλία τοῦ Παύλου
πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ᾿Εφέσου
17 ᾿Απὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν ᾿Ασίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην.
28 Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου·
30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον.
32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν.
33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα·
34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν.
36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

 ΑΠΟΔΟΣΗ
Στις ήμερες εκείνες ο Παύλος βρήκε πώς ήταν καλύτερα περνώντας με το πλοίο να αφήσει πίσω την Έφεσο, για να μην του γίνει και χρονοτριβήσει στην Ασία. Βιαζόταν, αν θα του ήταν δυνατόν, την ήμερα της Πεντηκοστής να βρεθεί στα Ιεροσόλυμα. Έστειλε όμως από τη Μίλητο στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Όταν ήλθαν κοντά του οι πρεσβύτεροι από την Έφεσο ο Παύλος τους είπε:
Προσέχετε τον εαυτό σας και σ' ολόκληρο το ποίμνιο, όπου το Άγιο Πνεύμα σας έβαλε επισκόπους για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Θεού, πού εκείνος την έκανε δική Του και τη φρόντισε με το δικό Του Αίμα. Γιατί εγώ ξέρω τούτο, πώς όταν θα φύγω θα πέσουν εδώ μέσα λύκοι άγριοι, πού δεν θα λυπούνται το ποίμνιο. Κι από σας τους ίδιους θα σηκωθούν άνθρωποι, πού θα διαστρέφουν την αλήθεια, με σκοπό να αποσπούν τους πιστούς από το Σώμα της Εκκλησίας και να τους τραβούν μαζί τους.
Γι΄ αυτό να είσθε άγρυπνοι και να θυμάστε ότι τρία χρόνια νύχτα και ημέρα δεν έπαυσα με δάκρυα να σας συμβουλεύω έναν-έναν. Και τώρα σας εμπιστεύομαι, αδελφοί, στον Θεό και τον λόγο της Χάριτος Του, πού εκείνος μπορεί να σας στερεώσει και να σας δώσει κληρονομιά μαζί με όλους τους αγίους.
Από κανένα σας δεν επεθύμησα να πάρω χρήματα ή χρυσάφι ή ρουχισμό, κι εσείς το ξέρετε πώς για τις ανάγκες μου και για εκείνους πού ήσαν μαζί μου υπηρέτησαν αυτά τα χέρια.
Με κάθε τρόπο σας έδειξα πώς έτσι πρέπει να κοπιάζετε γι' αυτούς πού έχουν ανάγκη. Και να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου Ιησού, πού εκείνος είπε, χαρά σε κείνον μάλλον πού δίνει παρά πού παίρνει. Και αφού είπε αυτά γονάτισε και με όλους προσευχήθηκε.

Των Αγίων Πατέρων


Δεν υπάρχει δυσκολότερο και πιο υπεύθυνο έργο από το έργο των ποιμένων της Εκκλησίας. Αυτό δεν το λέμε εμείς για να εξάρουμε τάχα το έργο μας και τον κόπο μας· το λέει ο λόγος του Θεού, το διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, των οποίων σήμερα εορτάζουμε τη μνήμη. Αντί για άλλα γραφικά χωρία και πατερικά κείμενα, που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε, μας αρκεί το αποστολικό ανάγνωσμα. Είναι ένα τμήμα της ομιλίας που έκανε ο απόστολος Παύλος στη Μίλητο προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου. Μαζί με τις τρεις ποιμαντικές επιστολές του Αποστόλου, η ομιλία αυτή είναι το «Πιστεύω» και το εγκόλπιο των αληθινών και καλών ποιμένων της Εκκλησίας. Σ’ όλη την ομιλία, μα και στο τμήμα μόνο που διαβάζεται, με πολύ παραστατικό τρόπο περιγράφονται οι δυσκολίες και οι ευθύνες του ποιμαντικού έργου στην Εκκλησία. Έργα στον κόσμο υπάρχουν πολλά, μεγάλα και σπουδαία και κοπιώδη, μα κανένα δεν φτάνει σε κόπο και σπουδαιότητα το ποιμαντικό έργο, επειδή αυτό είναι έργο πνευματικής ευθύνης. Και δεν υπάρχουν πραγματικά άλλες ευθύνες πιο βαρείες από τις πνευματικές, έστω κι αν πολλοί δεν τις καταλαβαίνουμε και δεν τις αισθανόμαστε, και λογαριάζουμε μόνο και φοβούμαστε τις διατάξεις και τις κυρώσεις του πολιτικού νόμου. Αρκετά αυτά για πρόλογος, κι ερχόμαστε τώρα στην εξήγηση της αποστολικής περικοπής.
«Εκείνες τις ημέρες ο Παύλος, περνώντας με το πλοίο, βρήκε πως ήταν καλύτερα, να αφήσει πίσω την Έφεσο, για να μην του γίνει και χρονοτριβήσει στην Ασία· βιαζότανε, αν θα του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής να βρεθεί στα Ιεροσόλυμα. Έστειλε όμως από τη Μίλητο στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας».
Είναι το τελευταίο ταξίδι που κάνει ο Απόστολος για τα Ιεροσόλυμα. Έρχεται από την Κόρινθο και τη Μακεδονία με αντιπροσώπους των Εκκλησιών, που έφεραν τις «λογίες», τα χρήματα δηλαδή των εράνων, προς τους πιστούς που ήσαν στην Ιουδαία. Ενδιαφέρεται, λέει το ιερό κείμενο, και βιάζεται να είναι στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής, που ήταν μια από τις τρεις μεγάλες εορτές των Ιουδαίων οι άλλες δύο ήταν η εορτή του Πάσχα και η εορτή της Σκηνοπηγίας. Με ανθρώπινο τρόπο δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τί είναι εκείνο που βιάζει τον Απόστολο να πάει οπωσδήποτε στην αγία πόλη, όταν μάλιστα το προαισθάνεται και το προβλέπει πως εκεί τον περιμένουν «δεσμά και θλίψεις», καθώς και έγινε. Για τις «λογίες» και τους αντιπροσώπους των Εκκλησιών, που τώρα τον συνοδεύουν, γράφει στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του· « εκείνους που εσείς θα κρίνετε κατάλληλους, αυτούς θα στείλω με επιστολές να πάνε την αγάπη σας στα Ιεροσόλυμα· κι αν θεωρηθεί πως πρέπει να πάω κι εγώ, θα έρθουν μαζί μου. Μπορεί λοιπόν να ήταν αυτός ο λόγος που τον ανάγκαζε και τον βίαζε να πάει τώρα στα Ιεροσόλυμα. Όμως στην ομιλία του αυτή προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, ανάμεσα στα άλλα που είπε ο Απόστολος, θα πει πως άγεται από το πνεύμα του Θεού και πηγαίνει όπου εκείνο τον οδηγεί. Παρά τα προαισθήματα που έχει, δεμένος στη φωνή του Αγίου Πνεύματος, ο Απόστολος αφήνεται στα χέρια του Θεού.
Ας έρθουμε όμως τώρα στην ομιλία του Αποστόλου προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου. Παρ’ όλο που βιάζεται, γι’ αυτό και δεν αποβιβάστηκε στην Έφεσο, όμως ο Απόστολος δεν παράλειψε να καλέσει στη Μίλητο τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου. «Όταν ήρθαν κοντά του οι πρεσβύτεροι από την Έφεσο, ο Παύλος τους είπε· προσέχετε στον εαυτό σας και σ’ όλο το ποίμνιο, όπου το Άγιο Πνεύμα σας έβαλε επισκόπους, για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που εκείνος την έκανε δική του και τη φρόντισε με το αίμα του. Γιατί εγώ το ξέρω, πως όταν θα φύγω θα πέσουν εδώ μέσα λύκοι άγριοι, που δεν θα λυπούνται το ποίμνιο. Κι από σας τους ίδιους θα σηκωθούν άνθρωποι που θα διαστρέφουν την αλήθεια, με σκοπό να αποσπούν τους πιστούς από το σώμα της Εκκλησίας και να τους τραβάνε μαζί τους».
Πρώτο χρέος του ποιμένα της Εκκλησίας είναι να προσέχει στον εαυτό του. «Πρόσεχε σεαυτώ» είναι γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη και ο Μέγας Βασίλειος πάνω σ’ αυτή την εντολή έχει μια από τις ωραιότερες ομιλίες του. Για κάθε άνθρωπο του Θεού πρώτο και μεγάλο χρέος είναι να προσέχει στον εαυτό του, μα πολύ περισσότερο για τον ποιμένα της Εκκλησίας. Αλλά δεν είναι τώρα εδώ που θα γίνει περισσότερος λόγος γι’ αυτό, γιατί κάθε τέτοιος λόγος είναι σαν έλεγχος, και δεν είμαστε εμείς, που θα ελέγξουμε τους ποιμένες της Εκκλησίας. Η αλήθεια είναι ότι στον καιρό μας όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο να ξέρουν τι γίνεται γύρω τους παρά τι γίνεται μέσα τους. Με το πρόσχημα της εξωτερικής και κοινωνικής δράσεως, παλεύουν όλοι να φτιάξουν τάχα τον κόσμο, και λίγο ή και καθόλου δεν φροντίζουν να φτιάξουν τον εαυτό τους. Οι δικοί μας, οι εκκλησιαστικοί, μιλάνε βέβαια για αγάπη και σε κάθε τους μάταιη και άσκοπη ενέργεια κολλάνε τον τίτλο της αγάπης, σάμπως η αγάπη να είναι κάτι έξω από τον εαυτό μας και να μην είναι η χάρη του Θεού, που ζωογονεί το βάθος της υπάρξεώς μας. Οι ιεροί Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν πάντα σωστά το πράγμα, γι’ αυτό και στο ποιμαντικό τους έργο ξεκινάνε πάντα από τον εαυτό τους. «Φωτισθήναι και ούτω φωτίσαι, καθαρθήναι και ούτω καθάραι» είναι το πατερικό αξίωμα, που θα πει πως πρέπει να φωτισθεί κανείς πρώτα ο ίδιος, για να μπορέσει έπειτα να φωτίσει τους άλλους, και πρέπει να καθαρθεί κανείς πρώτα ο ίδιος για να μπορέσει έπειτα να καθάρει τους άλλους.
Δεύτερο χρέος του ποιμένα της Εκκλησίας, με την ίδια αίσθηση ευθύνης, όπως και για τον εαυτό του, είναι να προσέχει και να ενδιαφέρεται για όλο το ποίμνιο. Χαρακτηριστικά εδώ είναι όσα λέει πάλι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, για τα αισθήματα και τη στάση του ποιμένα της Εκκλησίας απέναντι σε όλο το ποίμνιο. Γιατί είναι κίνδυνος, και στο καιρό μας έγινε πια κι αυτό συνήθεια, να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε δικούς μας και σε ξένους, «σε υιούς ευλογίας και σε υιούς κατάρας»· είναι τα λόγια του αγίου Γρηγορίου. Όσοι είναι βαπτισμένοι, όσοι δεν είπαν πως δεν θέλουν να είναι χριστιανοί, όσους δεν τους απέκοψε η Εκκλησία από το σώμα της, είναι όλοι δικοί μας, όλοι αδελφοί μας, όλοι κάτω από τη φροντίδα του ποιμένα, και μάλιστα περισσότερο οι «αφυλάκτως βιούντες», καθώς ο Μ. Βασίλειος χαρακτηρίζει εκείνους, που δεν το θυμούνται πως είναι χριστιανοί και ζουν όπως θέλουν τη ζωή τους· αυτοί κυρίως είναι, καθώς λέει ο Ιησούς Χριστός, «που έχουν ανάγκη του γιατρού». Κανένας, αν δεν είναι κι αυτός ποιμένας, δεν μπορεί εδώ να καταλάβει τον αγώνα και την αγωνία των ποιμένων της Εκκλησίας.
Με την ιδιαίτερη πνευματική προσοχή και φροντίδα για τον εαυτό μας και για όλο το ποίμνιο έχει βέβαια σχέση εκείνο που ο Απόστολος λέει στη συνέχεια για τις αιρέσεις και τα σχίσματα στην Εκκλησία. Δεν είναι μόνο οι άγριοι λύκοι που ορμούν απ’ έξω για να κατασπαράξουν το ποίμνιο, είμαστε κι εμείς οι ίδιοι, που για να μην προσέχουμε δεν κάνομε λιγότερο κακό. Ο Απόστολος λέει, «από σας τους ίδιους», κι αυτό το λέει προς τους ποιμένες της Εκκλησίας. Ο ιδιοτελής υπολογισμός, το ταπεινό υλικό συμφέρον, το μικρόβιο του εγωισμού και της διανοητικής επάρσεως, η έλλειψη εσωτερικής πειθαρχίας και πνεύματος υπακοής στην Εκκλησία, όλα αυτά κι άλλα πολλά είναι οι ελλείψεις και οι αμαρτίες μας, που κατατυραννούν κι εμάς και το ποίμνιο, που εξαιτίας μας διχάζεται και χωρίζεται σε φατρίες και σε αλληλομισούμενες παρατάξεις. Έτσι δημιουργούνται τα σχίσματα και σιγά-σιγά οι αιρέσεις, η διάσπαση δηλαδή της ενότητας της Εκκλησίας, που καθώς είπαμε πολλές φορές είναι από τα μεγαλύτερα κακά, που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι στο σώμα του Χριστού. Μακάρι ο μεγάλος φόβος μας όλων των εκκλησιαστικών ποιμένων να είναι τούτος, μήπως δηλαδή εξαιτίας μας διαιρεθεί η Εκκλησία, μήπως οι πιστοί της Εκκλησίας και οι μαθητές του Χριστού μεταβληθούν σε οπαδούς, που τρέχουν ξοπίσω μας αφιονισμένοι.
Στη συνέχεια παρουσιάζοντας το δικό του προσωπικό παράδειγμα, ο Απόστολος εξακολουθεί την παραίνεσή του προς τους ποιμένες της Εκκλησίας. «Γι’ αυτό να είσαστε άγρυπνοι και να θυμάστε ότι τρία χρόνια νύχτα και μέρα δεν έπαψα με δάκρυα να σας συμβουλεύω έναν-έναν. Και τώρα σας αφήνω, αδελφοί, στο Θεό και στο λόγο της χάρης του, που εκείνος μπορεί να σας στερεώσει και να σας δώσει κληρονομιά μαζί με όλους τους αγίους. Από κανένα σας δεν πεθύμησα να λάβω χρήμα, ή χρυσάφι ή και ρουχισμό, κι εσείς το ξέρετε πως για τις ανάγκες μου και για κείνους που ήσαν μαζί μου υπηρέτησαν ετούτα μου τα χέρια. Με κάθε τρόπο σας έδειξα πως έτσι πρέπει να κοπιάζετε και να φροντίζετε γι’ αυτούς που έχουν ανάγκη· και να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου Ιησού, που εκείνος είπε· χαρά σε εκείνο μάλλον που δίνει παρά που παίρνει». Ο λόγος του Αποστόλου εδώ εξαίρεται σε θαυμαστό ύψος. Όταν λέμε αυτό δεν εννοούμε ύψος λογοτεχνικό ούτε ρητορικό· η στιγμή είναι τόσο ιερή, που μόνο τέτοια χαμηλά πράγματα δεν μπορούν να εμπνέουν τον Απόστολο. Οι πρεσβύτεροι της Εκκλησίας που τον ακούνε τώρα δεν πρόκειται να τον ξαναδούν, τους είπε παραπάνω. Τα τελευταία του λοιπόν λόγια στην ομιλία του αυτή προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου είναι ένας χαιρετισμός, που με απόλυτη ειλικρίνεια και με συνείδηση αποστολικής ευθύνης ανεβαίνει από το βάθος της καρδίας του θείου Παύλου. Αρχίζει με ένα «γρηγορείτε», που είναι παράγγελμα στρατιωτικό, και απευθύνεται προς τους ποιμένες, που έργο τους είναι η πνευματική διοίκηση της στρατευόμενης Εκκλησίας· τους εμπιστεύεται και τους αφήνει στο λόγο του Θεού, που είναι λόγος της θείας χάρης, λόγος αλήθειας και σωτηρίας, αυτός που στηρίζει και οπλίζει τους ιερούς ποιμένες, για να οικοδομήσουν την Εκκλησία και να την φυλάξουν από τις αιρέσεις· τους προβάλλει για παράδειγμα τον εαυτό του, την αφοσίωσή του στο έργο του, την ανιδιοτέλεια και την αφιλοχρηματία του, αυτά που αποτελούν τη φανερή και ορατή αρετή του εκκλησιαστικού ποιμένα και είναι μια εγγύηση και για την εσωτερική του αγιότητα· τέλος κλείνει το χαιρετισμό του μ’ ένα λόγο του Ιησού Χριστού, που δεν διασώθηκε πουθενά στα ιερά Ευαγγέλια με τις ίδιες λέξεις, μα ήταν πολύ γνωστός στην προφορική αποστολική παράδοση της πρώτης Εκκλησίας· «μακάριον έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν».
Με δυο λόγια ακόμα, υστέρα από την ομιλία του Αποστόλου, κλείνει η σημερινή αποστολική περικοπή· «Κι αφού είπε αυτά, γονάτισε και μ’ όλους μαζί προσευχήθηκε». Άλλη επισφράγιση αυτής της τελευταίας συναντήσεως και της ομιλίας, πιο καλή και πιο κατάλληλη, εμπνευσμένη και κινημένη από το Άγιο Πνεύμα, δεν μπορούσε να γίνει. Όταν στερέψει η πηγή της καρδιάς που ανεβάζει στο στόμα τα λόγια, όταν ο λογισμός έχει μείνει πολύ πίσω κι είναι πια ανίσχυρος να μας δώσει βοήθεια, όταν με τις σωματικές αισθήσεις μας δεν βλέπουμε πια και δεν ακούμε, τότε πέφτομε στα γόνατα και προσευχόμαστε· τότε τι λέμε δεν το ξέρουμε, ζούμε μόνο μέσα μας την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, που μας καθοδηγεί στην προσευχή και προσεύχεται μαζί μας «με στεναγμούς αλάλητους». Μάθαμε να μιλάμε για «συνειδητή» προσευχή· μα τί θα πει αυτό; Όχι βέβαια εκείνο που είναι η πραγματική προσευχή. Η Πραγματική, η αληθινή, θα τολμήσουμε να πούμε, δεν είναι συνειδητή πράξη. Όποιος αληθινά προσεύχεται, έρχεται μια στιγμή που δεν καταλαβαίνει και δεν ξέρει τί λέει. Είναι σαν μεθυσμένος, αυτό πού εννοεί ακριβώς ο Απόστολος, όταν γράφει· «πληρούσθε εν πνεύματι, λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις…». Ας ήταν οι ποιμένες της Εκκλησίας να επισφραγίζουμε κάθε μας λόγο και κάθε μας πράξη μέσα στην ιερή κατάνυξη, την εξομολογητική ειλικρίνεια και τη δοξολογική λατρεία της προσευχής, για την οικοδομή της Εκκλησίας και για τη δόξα του Θεού. Αμήν.

(ο Σ. Κ. Δ. «Ο Λόγος του Θεού» απ
ό: Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου)

Των Αγ. Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου

                Των Αγ. Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου

Η έβδομη κατά σειρά Κυριακή μετά το Άγιο Πάσχα είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η σύνοδος συνήλθε κατά πρόσκληση του Μέγα Κωνσταντίνου κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του.
Διακριθείσες μορφές της συνόδου ήταν ο Αλέξανδρος ο Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος ο Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Ιεροσολύμων, ο Παφνούτιος, ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Νικόλαος, κ.α.
Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και τον Αρειανισμό. Διατύπωσε τους πρώτους όρους ορθού Χριστιανικού δόγματος και ιδιαίτερα τα περί του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό, ως ομοούσιον τω Θεώ Πατρί.
Συνέταξε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.
επίσης αποφάσισε τους κάτωθι ιερούς Κανόνες:
Κανών Α’: Καταδικάζει τη συνήθεια του οικειοθελούς ευνουχισμού και απαγορεύει τη χειροτονία ευνουχισμένων, πλην όσων για ιατρικούς λόγους ή λόγω βασανιστηρίων εξετμήθησαν.
Κανών Β’: Απαγορεύει τη χειροτονία ως κληρικών στα νέα μέλη (νεόφυτοι) της εκκλησίας.
Κανών Γ’: Καταδικάζει την συνήθεια των κληρικών όλων των βαθμών να συζούν με νεαρές γυναίκες τις οποίες δεν είχαν παντρευτεί (συνείσακτοι).
Κανών Δ’ - Ε’: Εισάγεται το «μητροπολιτικό σύστημα», το οποίο ίσχυε στην οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και καθορίζουν την αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου στη χειροτονία των επισκόπων.
Κανών ΣΤ’: Αναγνωρίζει κατ’ εξαίρεση το αρχαίο έθος της συγκεντρωτικής δικαιοδοσίας του επισκόπου της Αλεξάνδρειας στις εκκλησίες της Αιγύπτου, Λιβύης και Πεντάπολης —όπως συνέβαινε και με την εκκλησία της Ρώμης—, ενώ εξαιρεί τη Ρώμη και την Αντιόχεια από το γενικό μέτρο του μητροπολιτικού συστήματος.
Κανών Ζ’: Ορίζεται ότι ο επίσκοπος Αιλίας (δηλ. Ιερουσαλήμ) να είναι ο επόμενος στη σειρά απόδοση τιμών.
Κανών Η’: Ορίζει τον τρόπο επιστροφής στην εκκλησία της Αιγύπτου των λεγόμενων «Καθαρών» (Μελιτιανό σχίσμα).
Κανών Θ’: Αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων των οποίων δεν εξετάστηκαν τα προσόντα ή οι οποίοι δεν παραμένουν άμεμπτοι.
Κανών Ι’: Καταδικάζει τη χειροτονία πεπτωκότων.
Κανών ΙΑ’ - ΙΒ’: Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανών ΙΓ’: Δέχεται ότι είναι δυνατόν να παρασχεθεί Θεία Ευχαριστία επί της επιθανατίου κλίνης.
Κανών ΙΔ’: Ορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανών ΙΕ’ - ΙΣΤ’: Καταδικάζεται η επιδίωξη κληρικών για μετάθεση σε άλλες εκκλησίες.
Κανών ΙΖ’: Καταδικάζει την πλεονεξία και αισχροκέρδεια των κληρικών που προέρχεται από τον έντοκο δανεισμό.
Κανών ΙΗ’: Απαγορεύει στους διακόνους να μεταδίδουν και να αγγίζουν τη Θεία Ευχαριστία πριν από τους πρεσβυτέρους, και δεν επιτρέπεται το να κάθονται μεταξύ των πρεσβυτέρων.
Κανών Κ’: Απαγορεύει τη γονυκλισία στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και την ημέρα της Πεντηκοστής.
Επιπρόσθετα καθορίστηκε η κοινή ημέρα εορτασμού του Πάσχα.
Τα συμπεράσματα τις συνόδου υπογράφηκαν από περισσότερους από 318 και ο αριθμός αυτός επικράτησε για συμβολικούς λόγους. Οι επίσκοποι που ήταν παρόντες στη σύνοδο συνοδεύονταν από κατώτερους κληρικούς.
Στο ιερό Ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ακούμε ένα τμήμα της λεγομένηςαρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας. Μιας προσευχής συγκλονιστικής που έκανε ο Κύριος μπροστά στους μαθητές του τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ. Εκεί στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά το Μυστικό Δείπνο ο Κύριος, αφού ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε:Πάτερ, ήλθε η ώρα να θυσιασθώ για τη σωτηρία του κόσμου. Δέξου τη θυσία μου αυτή και δόξασε τον Υιό σου, για να Σε δοξάσει και ο Υιός σου, για να λυτρώσει όσους πίστεψαν σ’ Αυτόν και να τους προσφέρει την αιώνια ζωή. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι πιστοί Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και Εμένα που με έστειλες στον κόσμο.
Εγώ Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία που θα προσφέρω σε λίγο πάνω στο σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω. Και τώρα που θα φύγω από τον κόσμο αυτό, δόξασέ με και ως άνθρωπο εσύ, Πάτερ, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος.
Μέσα στη συγκλονιστική αυτή αρχιερατική προσευχή ακούμε τον Κύριο πολλές φορές να μιλάει για τη δόξα Του. Σε ποια όμως δόξα αναφέρεται; Όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, ο Κύριος αναφέρεται στη δόξα της σταυρικής του θυσίας που θα ακολουθήσει. Βέβαια ο Κύριος δοξάστηκε και με τα εκπληκτικά θαύματά Του, με την αγία ζωή Του, με την απαράμιλλη διδασκαλία Του, με την Ανάστασή του και την Ανάληψή του.
Όμως η μεγαλύτερη δόξα του Κυρίου μας δεν πραγματοποιήθηκε σ’ αυτές τις στιγμές του θριάμβου, αλλά στις τραγικότερες και πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής του. Ο Κύριός μας ανήλθε στην κορυφή του μεγαλείου του όταν ανυψώθηκε στην κορυφή του Γολγοθά και αποκάλυψε στους ανθρώπους το ανυπέρβλητο ύψος της αρετής Του. Μιας αρετής που ακτινοβόλησε στον ουρανό, στη γη και τα καταχθόνια. Διότι ο Κύριός μας πάνω στο σταυρό αποκάλυψε στο μεγαλύτερο βαθμό την τέλεια αγάπη Του για τα πλάσματά του. Εκεί στην τρομερή αγωνία του Πάθους έδειξε τη βασιλική του μεγαλειότητα. Με ανεξικακία και υπομονή δοκίμασε όχι μόνο τους αφόρητους πόνους του μαρτυρίου, αλλά και σήκωσε με εγκαρτέρηση το αβάστακτο βάρος των αμαρτιών μας. Ο Σταυρός του έγινε το υψηλότερο βήμα της ανθρωπότητας, που διακηρύττει μία δόξα άφθαστη. (Επιγραφή σε Σταυρό: Ο Βασιλεύς της δόξης).
Σε τέτοιου είδους δόξα όμως ο Κύριος καλεί και όλους εμάς. Διότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι για τη δόξα. Δυστυχώς όμως αναζητούμε την καταξίωσή μας σε λάθος δρόμο: στη ματαιότητα, στα τάλαντα, στην εξουσία, στην αναγνώριση. Αυτή όμως η κοσμική καταξίωση είναι ψεύτικη, φευγαλέα. Η αληθινή δόξα βρίσκεται στο δρόμο της θυσίας, στην κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου μας. Υψωνόμαστε όταν θυσιαζόμαστε, όταν υπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, συκοφαντίες, αδικίες, όταν ξέρουμε να συγχωρούμε και να ευεργετούμε, όταν σταυρώνουμε καθημερινά τον εαυτό μας και τα πάθη του.

Η ενότητα των πιστών.
Στην συνέχεια της αρχιερατικής του προσευχής ο Κύριος προσεύχεται για τους μαθητές του και για όλους του πιστούς. Πάτερ άγιε, λέει, εγώ φανέρωσα το όνομά Σου στους ανθρώπους που μου εμπιστεύθηκες. Απεκάλυψα σ’ αυτούς τις αλήθειες που μου έδωσες. Και αυτοί δέχθηκαν τον λόγο σου και πίστεψαν ότι όλα όσα έχω από Σένα προέρχονται και ότι εγώ από Σένα γεννήθηκα. Τη στιγμή αυτή Σε παρακαλώ για εκείνους που μου έδωσες. Εγώ δεν θα είμαι πλέον σωματικώς στον κόσμο. Αυτοί όμως θα είναι. Όσο ήμουν μαζί τους τους φύλαξα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική σου δύναμη, ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους. Να είναι ενωμένοι, όπως κι εμείς είμαστε ένα.
Στο δεύτερο αυτό τμήμα της αρχιερατικής προσευχής του ο Κύριος προσεύχεται για όλους τους μαθητές του, ώστε να έχουν μεταξύ τους ενότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία του Κυρίου κατά τη συγκλονιστική αυτή ώρα. Να μένουμε όλοι οι πιστοί ενωμένοι μαζί του και μεταξύ μας μέσα στην αγία του Εκκλησία. Και γιατί το επιθυμεί αυτό ο Κύριος τόσο πολύ; Διότι γνώριζε ότι οι αιρετικοί ως λύκοι άγριοι θα ορμήσουν να καταπληγώσουν το σώμα της και θα το κομματιάσουν. (σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα). Και προσεύχεται για την ενότητα των πιστών, διότι γνωρίζει ότι όταν οι Χριστιανοί χάσουν την ενότητα της πίστεως, χάνουν και τη Χάρη του Θεού, συγκεκριμένα ότι όλοι οι αιρετικοί, Παπικοί, Προτεστάντες και τόσοι άλλοι, δεν είναι μέλη της μίας αγίας Εκκλησίας, και γι’ αυτό δεν έχουν τη Χάρη του Θεού, δεν έχουν πραγματικά Μυστήρια, δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά είναι αιρετικές ομάδες. Όλοι αυτοί έχουν απομακρυνθεί από τον Χριστό και την αλήθεια του. Και δεν μπορούν να φθάσουν στον αγιασμό και στη θέωση έξω από τη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία.
Την αλήθεια αυτή τη γνώριζαν πολύ καλά οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό και πολέμησαν δυναμικά τον αιρεσιάρχη Άρειο. Διότι κατανοούσαν ότι όποιος δεν είναι ενωμένος με την Εκκλησία, είναι στην πλάνη, είναι στο σκοτάδι, είναι επικίνδυνος. Αυτή την παρακαταθήκη άφησαν και σε μας: να μένουμε άρρηκτα ενωμένοι με τον Χριστό μας και την Εκκλησία του. Διότι ή είσαι ενωμένος με τον Χριστό και ανήκεις στη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία ή είσαι αιρετικός, οπότε είσαι εκτός της Εκκλησίας.
Παραθέτουμε το ποίημα του Γεωργίου Νικομηδείας, που αποτελεί κ’ ένα από τά καλύτερα μαθήματα της παραδόσεως της βυζαντινής μουσικής, και που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του τετάρτου:
Τών αγίων Πατέρων ο χορός,
κ των της οικουμένης περάτων συνδραμών,
Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίoυ,
μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν•
και το μυστήριον της Θεολογίας,
τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία.
Ους ευφημούντες εν πίστει,
μακαρίσωμεν λέγοντες•
Ω θεία παρεμβολή,
θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου•
αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος•
της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι•
τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου•
τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου•
Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα•
εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών.
Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Πού είναι ο άγιος Κωνσταντίνος σήμερα;

Σας παρουσιάζουμε μερικά μόνο δείγματα της αγιότητας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μακάρι όλες οι χώρες του κόσμου (και η Ελλάδα) να είχαν έναν κυβερνήτη με έστω ένα μικρό ψήγμα της δικής του εκπληκτικής καλωσύνης και φωτισμού. Δυστυχώς όμως στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν συμβαίνει.

Περί των ευεργεσιών του Κωνσταντίνου προς τους πένητας και τους ενδεείς.
Διένειμε πλουσίως χρήματα εις τους ενδεείς, εδεικνύετο μάλιστα φιλάνθρωπος και ευεργετικός ακόμη και εις τους εκτός Εκκλησίας παρουσιαζομένους εις αυτόν· εις τους θλιβερούς και ελεεινούς επαίτας της αγοράς εφρόντιζε να δοθούν όχι μόνον χρήματα και αναγκαία τροφή, αλλά και εύσχημος (= αξιοπρεπής και ωραία) ενδυμασία, εις εκείνους δε οι οποίοι είχον ευημερία αλλά λόγω μεταβολής συνθηκών βίου εδυστύχησαν παρείχε πλουσιωτέρας χορηγίας. Παρέχων με βασιλικόν φρόνημα μεγαλοδώρους ευεργεσίας προς τοιαύτα πρόσωπα, εις άλλους μεν εδώριζεν αγροτικά κτήματα, άλλους δε ετίμα με διάφορα αξιώματα. Και δι’ όσους μεν περιέπεσαν εις ορφανίαν εφρόντιζεν ως πατήρ, των δε χηρών ανεκούφιζε την εγκατάλειψιν με την ειδικήν μέριμναν· και μάλιστα υπάνδρευε κόρας αι οποίαι μετά τον θάνατον του πατρός των είχον μείνει ορφαναί με γνωρίμους του και πλουσίους άνδρας, έπραττε δε ταύτα αφού προηγουμένως προσέφερεν εις τας νύμφας όσα έπρεπε να εισφέρουν ως προίκα δια τον γάμον. Όπως δε ο ανατέλλων ήλιος μεταδίδει εις όλους αφθόνως τας μαρμαρυγάς του φωτός, κατά παρόμοιον τρόπον και ο Κωνσταντίνος, εμφανιζόμενος εμπρός εις τα ανάκτορα με την ανατολήν του ηλίου ωσάν να ανέτελλε μαζί με τον φωστήρα του ουρανού, εξέπεμπε φωταυγείας της καλοκαγαθίας του εις όλους όσοι προσήρχοντο εις αυτόν. Δεν ήτο δυνατόν απλώς να τον πλησιάση κανείς χωρίς ν’ απολαύση κάποιον αγαθόν ούτε ήτο δυνατόν να απογοητευθούν όσοι ήλπισαν να λάβουν την βοήθειάν του. (Ευσέβιου, Εις τον Βίον του Μακαρίου Κωνσταντίνου Βασιλέως, Λόγος Α΄, 43)

Πώς ηνείχετο (ανεχόταν) και τους άφρονας.
Επιπροσθέτως ηνείχετο με ανεξικακίαν και μερικούς οι οποίοι ήσαν ερεθισμένοι εναντίον του, παραγγέλων και εις αυτούς με ήρεμον και πράον φωνήν να είναι σώφρονες και όχι στασιασταί. Μερικοί από αυτούς, σεβόμενοι τας παραινέσεις, απηλλάγησαν από τας επιδιώξεις των, τους δε αθεραπεύτους προς σώφρονα λογισμόν παρέδιδεν εις την διάθεσιν του Θεού, μη επιθυμών ποτέ να λάβη ο ίδιος μέτρα εναντίον οποιουδήποτε. Τούτο συνέβη ευλόγως και εις την Αφρικήν. Οι διαφωνούντες εκεί έφθασαν εις τοιούτον σημείον εντάσεως, ώστε να προβούν και εις ωρισμένας τολμηράς ενεργείας· ως φαίνεται, πονηρός δαίμων εβάσκαινε την αφθονίαν των υπαρχόντων τώρα αγαθών και παρεκίνει τους άνδρας εις ατόπους πράξεις, ωσάν δια να κινήση κατ’ αυτών τον θυμόν του βασιλέως. Αλλ’ ο φθόνος δεν εκέρδισε, διότι ο βασιλεύς εθεώρησε γελοία τα πραττόμενα και εδήλωσεν ότι τα θεωρεί κινούμενα από τον πονηρόν, εφ’ όσον τοιαύται τολμηραί ενέργειαι δεν ανήκουν εις σώφρονας άνδρας, αλλ’ ή εις εντελώς παράφρονας ή εις δαιμονιζομένους, οι οποίοι πρέπει μάλλον να ελεούνται παρά να τιμωρούνται, ενώ αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς δεν ζημιώνεται κατά κανένα τρόπον από την μανίαν των παραφρόνων παρά μόνον μέχρι της συμπαθείας προς αυτούς από υπερβολικήν φιλανθρωπίαν. (Α΄, 45)

Φιλάνθρωπος μεταχείρισις των αιχμαλώτων στρατιωτών.
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον είχε συνηθίσει από παλαιά ο βασιλεύς να προσωρή και να οδηγή τον στρατόν εις την μάχην, τοποθετών τον Θεόν επάνω από την ζωήν του, προτιμών να πράττη τα πάντα σύμφωνα με την θέλησίν Του και φειδόμενος τον θάνατον των πολλών. Όθεν επρονόει και περί της σωτηρίας των εχθρών όσον και των ιδικών του. Δια τούτο συνίστα εις τους στρατιώτας του, όταν κερδίζουν μάχην, να φείδωνται (=να λυπούνται) της ζωής των αιχμαλώτων και να μη λησμονούν ότι είναι άνθρωποι της ιδίας φύσεως. Και οσάκις έβλεπε να είναι ασυγκράτητοι οι θυμοί των στρατιωτών, τους εχαλιναγώγει με προσφοράν χρημάτων, καθορίζων να δίδεται ωρισμένη ποσότης χρυσού εις τον συλλαμβάνοντα αιχμάλωτον. Τούτο εύρεν ως δέλεαρ δια την σωτηρίαν των ανθρώπων η σύνεσις του βασιλέως, ώστε ακόμη και από τους βαρβάρους εσώζοντο πολυάριθμοι, με το να εξαγοράζεται η ζωή των δια του χρυσού από τον βασιλέα. (Β΄, 13)

Συνέχεια περί των προσευχών εις την σκηνήν.
Αυτάς τας πράξεις και πολυαρίθμους άλλας ομοίας με αυτάς ηρέσκετο να πράττη ο βασιλεύς και άλλοτε. Κατά την παρούσαν δε στιγμήν, κλεισμένος εις την σκηνήν του, όπως συνήθιζε προ της μάχης, αφιερώνετο εις τας προσευχάς προς τον Θεόν, αποφεύγων κάθε άνεσιν και τρυφηλήν διαβίωσιν, ασκών εαυτόν με νηστείαν και κάκωσιν του σώματος και επικαλούμενος το έλεος του Θεού με ικεσίας, δια να τον έχη προστάτην και βοηθόν και να πράττη όσα ο Θεός τού εμβάλλη εις την διάνοιαν. Και αυτός μεν εφρόντιζεν αγρύπνως περί των κοινών, ευχόμενος υπέρ της σωτηρίας τόσον των εχθρών όσον και των ιδικών του. (Β΄, 14)

Πώς ετίμα πολλούς με δωρεάς και προαγωγάς εις αξιώματα.
Ενώ τόσα έπραττεν ο βασιλεύς προς οικοδομήν και δόξαν της Εκκλησίας του Θεού και προέβαινεν εις πάσαν ενέργειαν προς διαφήμισιν της διδασκαλίας του Σωτήρος, δεν περιεφρόνει ούτε τας κοσμικάς υποθέσεις, αλλά και από αυτής της απόψεως παρείχε συνεχώς παντοειδείς ευεργεσίας εις τους κατοίκους όλων των επαρχιών, αφ’ ενός μεν δεικνύων κοινήν προς όλους πατρικήν κηδεμονίαν, αφ’ ετέρου δε τιμών με διάφορα αξιώματα τους γνωρίμους του και χορηγών όλα εις όλους με μεγαλόψυχον διάθεσιν. Δεν συνέβαινε κανείς να ζητήση χάριν από τον βασιλέα και να αποτύχη του σκοπού του ούτε να ελπίση κανείς απόκτησιν αγαθών και να αστοχήση της προσδοκίας του. Μερικοί μεν έλαβον δώρα εις χρήματα, μερικοί εις κτήματα, άλλοι εδέχθησαν το αξίωμα του υπάρχουν, άλλοι του συγκλητικού και μερικοί του υπάτου, πολλοί ανεδείχθησαν διοικηταί επαρχιών και άλλοι έλαβον τον βαθμόν του κόμητος πρώτης ή δευτέρας ή τρίτης τάξεως, πολυάριθμοι δε άλλοι μετείχον πλείστων άλλων τιμητικών αξιωμάτων. Διότι ο βασιλεύς με την επιθυμίαν του να τιμήση περισσοτέρους επενόει διάφορα αξιώματα. (Δ΄, 1)

Απαλλαγή από το τέταρτον της φορολογίας.
Πώς δε εφρόντιζε να παρασκευάζη την ευημερίαν και του συνόλου των πολιτών, θα το αντιληφθή κανείς από ένα παράδειγμα ευεργετικόν δι’ όλους γενικώς και ευγνωμόνως αναγνωριζόμενον ακόμη έως σήμερα. Αφαιρέσας το έν τέταρτον από τας ετησίας φορολογικάς εισφοράς δια την γην, το εδώριζεν εις τους ιδιοκτήρας των αγρών, ούτως ώστε, αν υπολογίση κανείς ότι η αφαίρεσις γίνεται κατ’ έτος, είναι ως να μένουν οι αγροί αφορολόγητοι επί έν έτος κάθε τέσσαρα. Η ενέργεια αυτή επικυρωθείσα με νόμον και επιβληθείσα και εις τους μετέπειτα χρόνους, διαιώνιζε την μνήμην της διακυβερνήσεως του βασιλέως όχι μόνον εις την παρούσαν γενεάν αλλά και εις τα παιδιά αυτών και τους διαδόχους τούτων. (Δ΄, 2)

Ότι εχορήγει από το ιδιωτικόν του ταμείον εις τους ηττημένους εις δίκας χρηματικής φύσεως.
Εις περιπτώσεις δικαστικών υποθέσεων, δια να μη φύγη ο καταδικασθείς ολιγώτερον ικανοποιημένος από τον νικητήν, ο βασιλεύς εδώριζεν από τα ιδικά του εις τους νικημένους, άλλοτε κτήματα, άλλοτε χρήματα, επιτρέπων ούτω εις τον ηττηθέντα να είναι εξ ίσου με τον νικητήν ευχαριστημένος, αφού ηξιώθη να παρουσιασθή ενώπιόν του. Διότι άλλως εφρόνει ότι δεν ήτο επιτρεπτόν να αποχωρήσει κανείς κατηφής και λυπημένος, αφού ενεφανίσθη εις τοιούτον βασιλέα. Ούτω λοιπόν έφευγον από την δίκην και οι δύο με φαιδρά και χαρούμενα πρόσωπα. Όλοι δε γενικώς εθαύμαζον δια την μεγαλοψυχίαν του βασιλέως. (Δ΄, 4)

Πώς οι Χριστιανοί απήλαυον ειρήνης δια των ενθέρμων προσευχών του Κωνσταντίνου.
Ούτω λοιπόν, καθώς τα έθνη εις όλα τα σημεία της οικουμένης διηυθύνοντο ωσάν από ένα κυβερνήτην και απεδέχοντο την διακυβέρνησιν από τον θεράποντα (=υπηρέτη) του Θεού, ενώ κανείς πλέον δεν παρηνώχλει την αυτοκρατορίαν των Ρωμαίων, όλοι οι πολίται διήγον τον βίον των με ευστάθειαν και αταραξίαν. Ο δε βασιλεύς κρίνας ότι αι ευχαί των θεοσεβών συντελούν μεγάλως εις την διαφύλαξιν όλων των αγαθών, ησθάνθη την ανάγκην να τας εξασφαλίση, αφ’ ενός μεν γιγνόμςνο; ο ίδιος ικέτης του Θεού, αφ’ ετέρου δε παραγγέλλων εις τους προεστώτας των Εκκλησιών να προσφέρουν δεήσεις υπέρ αυτού. (Δ΄, 14)

Περί του ζήλου του εις την προσευχήν και της τιμής του προς την εορτήν του Πάσχα.
Ο ίδιος δε ο βασιλεύς ως μέτοχος των ιερών μυστηρίων κατά τακτήν ώραν εκάστης ημέρας εκλείετο εις τα εσώτερα διαμερίσματα των ανακτόρων του ιδιαιτέρως, συνωμίλει μόνος με μόνον τον Θεόν και με θερμάς δεήσεις γονυπετής παρεκάλει δι’ όσα εχρειάζετο. Κατά δε τας ημέρας της σωτηρίου εορτής, εντείνων της άσκησιν, ετέλει τας θείας ιεροφαντίας με όλην την ρώμην της ψυχής και του σώματος, αφ’ ενός μεν ζων εις τελείαν αγνείαν βίου, αφ’ ετέρου δε προεξάρχων όλων εις τον εορτασμόν. Την δε ιεράν αγρυπνίαν μετέβαλλεν εις ημερινά φώτα, διότι άνθρωποι εις τούτο διωρισμένοι ήναπτον κίονας κηρού εις ολόκληρον την πόλιν και λαμπάδες πυρός εφώτιζον πάντα τόπον, ούτως ώστε η μυστική διανυκτέρευσις να είναι φωτεινοτέρα λαμπράς ημέρας. Όταν δε εξημέρωνε, μιμούμενος τας ευεργεσίας του Σωτήρος, ήπλωνε την ευεργετικήν του χείρα εις όλα τα έθνη, τους λαούς και τους δήμους, δωρίζων πλουσίως τα πάντα εις πάντας. (Δ΄, 22)

Δωρεαί εις τας εκκλησίας και διανομαί εις τας παρθένους και τους πένητας.
Εις τας εκκλησίας δε του Θεού παρείχεν ιδιαιτέρως πλείστας δωρεάς, προσφέρων αλλού μεν αγρούς αλλού δε σίτον προς διανομήν εις πτωχούς άνδρας, ορφανά, παιδία και χήρας γυναίκας. Προενόει ακόμη με πολλήν φροντίδα δια την εξασφάλισιν ενδυμάτων δια τους γυμνούς και ρακενδύτους. Κατ’ εξοχήν δε ετίμα εκείνους οι οποίοι είχον αφιερώσει τον βίον των εις την κατά Θεόν φιλοσοφίαν. Τον χορόν μάλιστα των παρθένων (= δηλαδή τις μοναχές) σχεδόν ελάτρευε, πεπεισμένος ότι εις τας ψυχάς αυτών των προσώπων ενοικεί ο ίδιος ο Θεός εις τον οποίον αφιερώθησαν. (Δ΄, 28)

Λογογραφίαι και ομιλίαι του Κωνσταντίνου.
Αυτός δε ο ίδιος, καλλιεργών την διάνοιάν του με τους ενθέους λόγους, διήρχετο τας νυκτερινάς ώρας άγρυπνος, συντάσσων δε λόγους ανέτως ενεφανίζετο συχνάκις προς εκφώνησίν των, φρονών ότι αρμόζει να κυβερνά τους πολίτας με παιδευτικόν λόγον και να καταστήση όλην την βασιλείαν του λογικήν. Δια τούτο δε αυτός με συνεκάλει συναθρήσεις, πολυάριθμα δε πλήθη έσπευδον εις το ακροατήριον δια ν’ ακούσουν τον βασιλέα φιλοσοφούντα. Οσάκις δε έφθανε καιρός να θίξη θεολογικόν θέμα, εσηκώνετο οπωσδήποτε αμέσως όρθιος και με συνεσταλμένον πρόσωπον και ήρεμον φωνήν εφαίνετο ωσάν να μυή τους παρόντας με πάσαν ευλάβειαν εις την θείαν διδασκαλίαν· έπειτα, όταν οι ακροαταί τον επευφήμουν με εγκωμιαστικάς φωνάς, ένευε προς αυτούς να κυττάζουν άνω εις τον ουρανόν και μόνον τον ύψιστον βασιλέα να υπερθαυμάζουν και τιμούν με επαίνους σεβασμού. Υποδιαιρών δε τα θέματα, αρχικώς μεν ήλεγχε την πολύθεον πλάνην, παριστάνων ως απάτην και οχύρωμα αθεότητος την δεισιδαιμονίαν των εθνών, έπειτα δε καθίστα γνωστήν την μοναρχικήν θεότητα, διεξήρχετο δε εις το εξής το θέμα της προνοίας της καθολικής και της επί μέρους. Έπειτα κατέβαινεν εις την σωτήριον οικονομίαν, αποδεικνύων ότι αύτη επραγματοποιήθη κατ’ ανάγκην και κατά τον προσήκοντα λόγον, προχωρών δε από εδώ ανέπτυσσε την περί θείας κρίσεως διδασκαλίαν. Εις το σημείον δε τούτο ήγγιζε πληκτικώς (= χτυπούσε) την συνείδησιν των ακροατών, ελέγχων τους άρπαγας, τους πλεονέκτας και τους εκδότους εις άπληστον φιλοχρηματίαν. Ωσάν να εκτύπα δε και να εμάστιζε με τον λόγον έκαμνε μερικούς από τους παρισταμένους γνωρίμους να σκύβουν κάτω πληττόμενοι την συνείδησιν. Υπενθύμιζεν αυτούς με εντυπωσιακάς εκφράσεις ότι θα δώσουν λόγον δια τας ενεργείας των· διότι εις αυτόν μεν ο ύψιστος Θεός παρέσχε την βασιλείαν των επί γης, αυτός δε κατά μίμησιν της εξουσίας του υψίστου ανέθεσεν εις αυτούς τας επί μέρους διοικήσεις, όλοι όμως θα δώσουν εν καιρώ λόγον περί των πράξεών των εις τον μέγαν βασιλέα. Ταύτα εμαρτύρει συνεχώς, ταύτα υπενθύμιζε, τούτων ήτο διδάσκαλος. Αλλ’ αυτός μεν βασιζόμενος εις την γνησίαν πίστιν ταύτα εφρόνει και εξήγγειλεν, εκείνοι όμως ήσαν αμελείς και κωφοί εις τα αγαθά, με την γλώσσαν μεν και τας εγκωμιαστικάς φωνάς επικροτούντες τα λεγόμενα, με τα έργα δε αδιαφορούντες δι’ αυτά λόγω απληστίας. (Δ΄, 29)

Ότι εις ένα πλεονέκτην υπέδειξε τα μέτρα μνήματος προς καταισχύνην.
Ούτω κάποτε, παραλαβών ένα από τους αξιωματούχους του, είπεν, «και έως πού, ω εσύ, θα προωθήσωμεν την απληστίαν;». Έπειτα χαράξας εις το έδαφος τα μέτρα του αναστήματος ανδρός με το δόρυ το οποίον εκράτει εις χείρας είπεν, «και όλον τον πλούτον του κόσμου αν κερδίσης και ολόκληρον την γην αν αποκτήσης, δεν θα παραλάβης μαζί σου τίποτε πέραν τούτου εγώ του τεμαχίου γης, αν το επιτύχης και αυτό». Αλλά λέγων και πράττων αυτά ο μακάριος δεν έπεισε κανένα, τα πράγματα δε έπεισαν καθαρώς ότι οι λόγοι του βασιλέως ωμοίαζον με προφητείας και όχι με απλά λόγια.
E.Φ.:Ε.Μ.

Η ηθική, η αγιότητα και ο Μέγας Κωνσταντίνος

Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου

Θα ήθελα να δώσουμε λίγο περισσότερο προσοχή στη διαφορά του ηθικού από το άγιο. Πόσο λάθος είναι αυτό το σωστό πού διακηρύσσουμε και στα παιδιά μας. Θέλουμε να κάνουμε τα παιδιά μας σωστά και θέλουμε κι εμείς οι ιερείς να φτιάξουμε σωστούς χριστιανούς. Θα σας πώ πόσο λάθος είναι αυτό το σωστό πού θέλουμε να κάνουμε. Έρχεται η αγκαλιά της Εκκλησίας μας την περίοδο αυτή του Τριωδίου και μας δημιουργεί αιφνιδιασμούς τους οποίους δεν τους καταλαβαίνουμε δυστυχώς. Συγκρίνει την πρώτη Κυριακή έναν Φαρισαϊο -έναν άνθρωπο της θρησκείας, της ελεημοσύνης, των αγαθών έργων, έναν σωστό- με έναν Τελώνη -έναν άνθρωπο της εκμετάλλευσης, της σκληρότητας, τέτοιοι ήταν οι τελώνες- πού δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από τη συντριβή και την ταπείνωση της στιγμής. Και ο Κύριος προκρίνει τον δεύτερο· όχι τον ηθικό, όχι τον σωστό αλλά τον μετανιωμένο.
Την επόμενη Κυριακή η Εκκλησία μας παρουσιάζει έναν άσωτο, ο οποίος με θράσος παίρνει το επιβάλλον μέρος της ουσίας του από τον πατέρα του. Φεύγει και ζει έκλυτο και ακόλαστο βίο. Κατασπαταλά και καταστρέφει τα πάντα. Τελικώς «έρχεται εις εαυτόν» και επιστρέφει στο σπίτι του. Κι εκεί ο πατέρας κάνει μία μεγάλη αδικία υπέρ αυτού· την αδικία του να τον συγχωρήσει, του μην του απονείμει αυτό πού τού άξιζε και πού θα έπρεπε νά του αποδώσει βάσει του νόμου και του δικαίου, τηρεί το δίκαιο. Και τον συγκρίνει η Εκκλησία μας έναν πρεσβύτερο αδερφό, ο οποίος μάλιστα όταν γύρισε ο άσωτος έλειπε στη δουλειά ο κακομοίρης. Χρόνια διακονούσε μέσα στο σπίτι. Ήταν παιδί του σπιτιού και της εργασίας. Εμφανίζει όμως μία σκληρότητα τέτοια ώστε στη σύγκριση μεταξύ των δύο μπαίνει ο μεγάλος αδερφός στον παρονομαστή και ο άσωτος στον αριθμητή.
Και φτάνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Από τη μία μεριά ένας ληστής, ένας εκατόνταρχος, ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος. Μία πόρνη τη Μεγάλη Τετάρτη και από την άλλη μεριά οι μαθητές, αυτοί που τόσα χρόνια ήταν μαζί με τον Κύριο, οι σωστοί πού ενοχλούντο από τη Χαναναία ή τους συνοδούς του παραλυτικού. Οι δεύτεροι εγκαταλείπουν, κάποιος αρνείται, ένας προδίδει. Οι πρώτοι μόνον ομολογούν. Μάλιστα η πόρνη ούτε λέξη δεν βγάζει, απλώς κάνει μία πράξη. Και προκρίνονται αυτοί πού δεν είναι ηθικοί, όπως η πόρνη· αυτοί πού είναι σκληροί, όπως οι τελώνες· αυτοί πού ζουν μετά πόρνων, όπως ο άσωτος· αυτοί πού έρχονται να επιβεβαιώσουν τον θάνατο του Κυρίου, όπως ο εκατόνταρ¬ος. Και τελικά χάνουν το παιχνίδι οι μαθητές, ο πρεσβύτερος υιός, ο Φαρισαίος.
I. Οι εκπλήξεις του θεού
Στο Ευαγγέλιο της Μεγάλης Τετάρτης το βράδυ υπάρχει μια υπέροχη μικρή περικοπή, η οποία με έναν μυστικό τρόπο δείχνει το κριτήριο του Θεού, απόλυτα συμβατό με τα προηγούμενα. Διαβάζουμε από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο μια περικοπή κατά την οποία διαπληκτίζονται οι μαθητές, λίγο προ του Μυστικού Δείπνου και της παραδόσεως των Μυστηρίων, ποιος θα είναι πρώτος. Και αντί ο Κύριος να τους επιπλήξει, αφού τους λέει ότι αυτός πού θα επιλέξει τη θέση του τελευταίου θα είναι πρώτος, λέει «υμείς δε έστε οι διαμεμενηκότες μετ΄ εμού εν τοις πεφασμοίς μου» (Λουκ. κβ’ 28). Τους επαινεί διότι αυτοί οι οποίοι τελικώς έχουν μείνει κοντά και μαζί του στους πειρασμούς του. Και γι΄ αυτό τους υπόσχεται το εξής: «Καγώ διατίθεμαι υμίν καθώς διέθετα μοι ο πατήρ μου βασιλείαν, ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου» (στ. 29). Και κάτι ακόμη «και καθίσεσθε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (στ. 30).
Ενώ αποδεικνύεται, ότι είναι φιλόδοξοι, φίλαρχοι – όχι μόνον ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, αφού ενοχλήθηκαν επειδή και αυτοί φιλοδοξούσαν ποιος θα είναι πρώτος, ο Κύριος στην ουσία αγνοεί την αδυναμία τους και παρά πάσαν προσδοκίαν τους υπόσχεται ανταμοιβές. Επαινεί ότι μείνανε μαζί Του εν τοις πειρασμοίς Του, ποιοί; αυτοί πού αμέσως μετά στη Γεθσημανή θα Τον αφήσουν και στον σταυρό θα Τον εγκαταλείψουν. Και προχωρεί ότι για εσάς έχω ετοιμάσει τέτοια τράπεζα στη Βασιλεία μου σαν αυτή πού μου έχει ο Πατέρας μου. Φοβερό πράγμα! Μιλάει για καινό δείπνο και λέει ότι οι μαθητές θα κρίνουνε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ και αμέσως μετά κάνει μία αποκάλυψη στον Πέτρο και του λέει ότι θα Τον αρνηθεί. Μιλάει σε αρνητές, μιλάει σε δειλούς, μιλάει σε φιλόδοξους και τους προσφέρει, χωρίς να τους καταλογίζει τα ελαττώματά τους, υποσχέσεις καινής ζωής, καινής βασιλείας, να κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Είναι δυνατόν; Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά;
Επιτρέψτε μου να προσθέσω και κάτι ακόμη. Αύριο γιορτάζουμε τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση στην αγιότητα αυτού του αγίου Προσώπου. Γιατί; Γιατί ο κόσμος έχει ηθική και όχι πνευματική αντίληψη περί των αγίων. Ισχυρίζονται ότι, ως αυτοκράτορας, ήταν υπεύθυνος για να σκοτωθούν τόσοι άνθρωποι. Τα γράφουν οι εφημερίδες, μας τα λένε οι μαθητές μας στο σχολείο ως επιχειρήματα, τα σκεφτόμαστε κι εμείς στο μυαλό μας ως πειρασμούς και διερωτώμεθα μήπως και δε είναι άγιος ο Μέγας Κωνσταντίνος και κακώς γιορτάζουν οι μισοί Έλληνες εκείνη την ημέρα;
Ας δούμε όμως, γιατί είναι άγιος ο Μέγας Κωνσταντίνος. Για τον ίδιο λόγο πού είναι άγιος ο ληστής. Για τον ϊδιο λόγο πού είναι αγία η πόρνη. Και μάλιστα είναι μεγάλος άγιος. Ο Θεός ξέρει γιατί αυτόν χρησιμοποίησε για να εδραιώσει την Εκκλησία, για να την απελευθερώσει, για να την αποδεσμεύσει. Η Εκκλησία δεν τιμά τα ηθικά του κατορθώματα, αλλά τιμά το γεγονός ότι τον επιλέγει ο Θεός για να τον κάνει σκεύος εκλογής και εκφραστή της χάριτός Του. Πόσο διαφέρει η αγιότητα αυτού του τύπου από την ηθική, νομικίστικη αντίληψη την οποία συχνά καλλιεργούμε και μέσα στα μυαλά μας εύκολα εγκαθιστούμε;
Θα κλείσω κάνοντας μία αναφορά και στην ταπείνωση. Μεγάλη έννοια η ταπείνωση. Γιορτάσαμε τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος με αποκορύφωμα τη Μεγάλη Παρασκευή. «Ο λόγος ο του σταυρού» είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοί, Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία». Ο Σταυρός παραπέμπει στην άκρα ταπείνωση του Κυρίου, αλλά καταδεικνύει και την οδό της δικής μας γνήσιας ταπεινώσεως. Το να πιστέψει κανείς σε Θεό πού έγινε άνθρωπος, αποτελεί την πρώτη κένωση. Το να δεχθεί ότι ο Θεός πεθαίνει για μας επί του Σταυρού αποτελεί ένα δεύτερο επίπεδο ταπείνωσης. Είναι δυνατόν; Σ΄ αυτό μας προκαλεί η Ορθοδοξία. Αυτό δεν έχει ερμηνεία. Αυτό δεν έχει λογική. Ούτε η παρθενική Γέννηση, ούτε η εκ νεκρών Ανάσταση, ούτε η Σταύρωση του Θεού. Για εμάς όμως, μέσα στην Ορθόδοξη παράδοση, αυτό αποτελεί την πρόκληση μιάς ταπεινής τοποθέτησης απέναντι στο μυστήριο του Θεού πού δεν το καταλαβαίνουμε δυστυχώς, αλλά ευτυχώς μας υπερβαίνει.
Διερωτώμαστε πολλές φορές, γιατί υπάρχει αδικία, γιατί υπάρχει πόνος, γιατί υπάρχει δυστυχία ή πόλεμοι σε αυτόν τον κόσμο; Πού είναι ο Θεός; Ευτυχώς πού υπάρχουν όλα αυτά. Στον κόσμο πού ζούμε αν δεν υπήρχαν αυτά πού γεννούν αυτήν την ταπείνωση του Σταυρού για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, δεν θα υπήρχε η αγιότητα, η έκφραση της χάριτος, η ψηλάφηση του Θεού από αυτόν τον κόσμο.

Πηγή: Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου, § Ηθική η Αγιότητα

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! ΠΕΡΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! ΠΕΡΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΤΡΩΝ κ.κ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ

ΛΥΧΝΟΣ TV-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2025-2026

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ 2025-2026
ΕΛΑ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΓΑΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΦΙΛΩΠΤΩΧΟ ΤΑΜΕΙΟ

Blog Archive

Από το Blogger.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ
Δώσε ζωή...

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Translate